Μια νέα μεγάλη μελέτη που ανέλυσε περισσότερα από 1,25 εκατομμύρια αιμοκύτταρα, επιχειρεί να εξηγήσει γιατί τα αυτοάνοσα νοσήματα εμφανίζονται πολύ πιο συχνά στις γυναίκες. Η μελέτη που διεξήγαγε μια ερευνητική ομάδα από το Ινστιτούτο Ιατρικής Έρευνας Garvan στην Αυστραλία, εντόπισε περισσότερους από 1.000 γενετικούς «διακόπτες» στα κύτταρα του ανοσοποιητικού που λειτουργούν διαφορετικά ανάλογα με το φύλο.
Με απλά λόγια, αυτές οι διαφορές στη γονιδιακή δραστηριότητα σημαίνουν ότι οι φλεγμονώδεις οδοί που ενεργοποιούνται για την αντιμετώπιση απειλών είναι πιο δραστήριες στις γυναίκες, αυξάνοντας τον κίνδυνο για παθήσεις όπως ο λύκος και η σκλήρυνση κατά πλάκας.
«Τα ευρήματά μας δείχνουν ότι το ανοσοποιητικό σύστημα πρέπει να μελετάται λαμβάνοντας υπόψη το φύλο», αναφέρει η υπολογιστική βιολόγος Σεϊχάν Γιαζάρ από το Ινστιτούτο Garvan.
«Παρότι γνωρίζουμε ότι το ανοσοποιητικό των ανδρών και των γυναικών διαφέρει, πολλές μελέτες εξακολουθούν να αγνοούν αυτές τις διαφορές, κάτι που περιορίζει την κατανόηση των ασθενειών και μπορεί να επηρεάζει αρνητικά τις θεραπευτικές επιλογές», εξήγησε.
Διαφορές στη σύσταση των ανοσοκυττάρων
Οι ερευνητές ανέλυσαν δείγματα αίματος από 982 συμμετέχοντες, εκ των οποίων 564 γυναίκες και 418 άνδρες. Στη συνέχεια, η ομάδα χρησιμοποίησε την τεχνική αλληλούχισης RNA ενός κυττάρου – ένα ακριβές μέτρο της γονιδιακής δραστηριότητας – για να εξετάσει τα μονοπύρηνα κύτταρα του περιφερικού αίματος (PBMCs). Πρόκειται για ανοσοκύτταρα που κυκλοφορούν στο αίμα, συμπεριλαμβανομένων διαφορετικών τύπων λευκών αιμοσφαιρίων. Όπως επισημαίνουν οι ερευνητέ, αυτή είναι η πρώτη φορά που οι διαφορές στα κύτταρα του ανοσοποιητικού εξετάζονται με τόσο υψηλή ανάλυση, καθώς μελετήθηκε κάθε κύτταρο ξεχωριστά αντί για μέσους όρους γονιδιακής δραστηριότητας.
Διαπιστώθηκαν διαφορετικές «συνθέσεις» ανοσοκυττάρων μεταξύ των φύλων: οι άνδρες διέθεταν περισσότερα μονοκύτταρα πρώτης απόκρισης, τα οποία σχετίζονται με βασικές λειτουργίες επιδιόρθωσης και άμυνας, ενώ οι γυναίκες είχαν υψηλότερα επίπεδα Β και Τ λεμφοκυττάρων, που συνδέονται με πιο εξειδικευμένη και προσαρμοστική ανοσολογική άμυνα. Σε γενετικό επίπεδο, τα κύτταρα αυτά στις γυναίκες φαίνεται να βρίσκονται σε κατάσταση αυξημένης επιφυλακής. Αυτό σημαίνει ότι το ανοσοποιητικό των γυναικών είναι πιθανότερο να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά παθογόνους οργανισμούς, αλλά ταυτόχρονα αυξάνεται ο κίνδυνος λανθασμένης επίθεσης σε υγιείς ιστούς. Η ίδια τάση είχε εντοπιστεί και σε προηγούμενες έρευνες, ωστόσο η νέα μελέτη αποκαλύπτει τις βασικές γενετικές διαφορές σε επίπεδο μεμονωμένων κυττάρων.
«Αφού διαπιστώσαμε ότι τα γονίδια που σχετίζονται με προδιάθεση για αυτοάνοσα νοσήματα συνδέονται έντονα με φλεγμονώδεις οδούς, διαθέτουμε πλέον μια επιπλέον βιολογική εξήγηση σχετικά με το γιατί το ανοσοποιητικό σύστημα στις γυναίκες μπορεί να επιτίθεται λανθασμένα στους ίδιους τους ιστούς του οργανισμού», ανέφερε η βιοπληροφορικός Σάρα Μπαλούζ από το Πανεπιστήμιο της Νέας Νότιας Ουαλίας στην Αυστραλία.
«Ενώ αυτό το εξαιρετικά αντιδραστικό ανοσοποιητικό προφίλ δίνει στις γυναίκες ένα πλεονέκτημα στην καταπολέμηση των ιογενών λοιμώξεων, συνοδεύεται από ένα βιολογικό κόστος: μια μεγαλύτερη προδιάθεση για αυτοάνοσα νοσήματα», εξήγησε.
«Από την άλλη πλευρά, τα ανδρικά ανοσοκύτταρα είναι λιγότερο προετοιμασμένα για φλεγμονή, καθιστώντας τους άνδρες γενικά πιο ευάλωτους σε λοιμώξεις και σε ορισμένους τύπους καρκίνου», πρόσθεσε.
Ο κρίσιμος ρόλος των γενετικών «διακοπτών»
Οι γενετικοί αυτοί «διακόπτες» εντοπίστηκαν όχι μόνο στα χρωμοσώματα Χ και Υ, αλλά και σε κοινά χρωμοσώματα που μοιράζονται τα δύο φύλα. Επιπλέον, δύο συγκεκριμένοι γενετικοί μηχανισμοί που ενεργοποιούνται περισσότερο στις γυναίκες σχετίζονται με τα γονίδια FCGR3A και ITGB2, τα οποία έχουν συνδεθεί με τον συστηματικό ερυθηματώδη λύκο, μια νόσο που εμφανίζεται πολύ συχνότερα στις γυναίκες.
Τα ευρήματα αυτά μπορούν να συμβάλουν στην ανάπτυξη πιο στοχευμένων θεραπειών, καθώς οι υπάρχουσες αγωγές είναι συχνά γενικευμένες και στοχεύουν απλώς στη μείωση της φλεγμονής.
«Για να αξιοποιήσουμε πλήρως τη δυναμική της ιατρικής ακριβείας, πρέπει να κατανοήσουμε αυτές τις θεμελιώδεις βιολογικές παραμέτρους», σημείωσε ο Τζόζεφ Πάουελ από το Ινστιτούτο Garvan.
«Οι θεραπείες πρέπει να προσαρμόζονται όχι μόνο στη νόσο, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το ανοσοποιητικό κάθε ασθενούς σε βασικό γενετικό επίπεδο», πρόσθεσε.
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «The American Journal of Human Genetics».
Πηγή: Science Alert
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος