Γιατί η νέα προσέγγιση ΗΠΑ–Κίνας εγείρει ερωτήματα

Η επαναπροσέγγιση των δύο μεγαλύτερων οικονομιών ίσως αφήσει εκτός παιχνιδιού μικρότερες δυνάμεις, λένε αναλυτές.

Το 2005, ο Αμερικανός οικονομολόγος Φρεντ Μπέργκστεν επινόησε τον όρο «Group of 2» ή «G2», προτείνοντας μια ισχυρότερη συνεργασία μεταξύ των δύο μεγαλύτερων σήμερα οικονομιών του κόσμου- των ΗΠΑ και της Κίνας. Λίγα χρόνια αργότερα, μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, η οικονομική συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών φάνηκε προσωρινά να επιβεβαιώνει την επιτυχία των προσπαθειών ενσωμάτωσης της Κίνας σε μια φιλελεύθερη διεθνή τάξη η οποία βασίζεται σε κανόνες.

Βεβαίως, το υποτιθέμενο G2 δεν προοριζόταν να αντικαταστήσει τη μεγαλύτερη και πιο θεσμοθετημένη ομάδα των G20 μεγάλων οικονομιών, αλλά να την ενισχύσει. Στο πλαίσιο της ευρύτερης αντίδρασης της G20 στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, οι ΗΠΑ θέσπισαν ένα αρχικό πακέτο δημοσιονομικών μέτρων τόνωσης της οικονομίας ύψους 787 δισ. δολαρίων, ενώ η Κίνα υιοθέτησε δικό της πακέτο τόνωσης ύψους 586 δισ. δολαρίων. Η συνεργασία αυτή συνέβαλε στην αποτροπή μιας ακόμη μεγαλύτερης παγκόσμιας οικονομικής καταστροφής.

Η σύνοδος αυτής της εβδομάδας μεταξύ του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και του προέδρου της Κίνας Σι Τζινπίνγκ  προμηνύει, ωστόσο, ένα διαφορετικό G2. Σήμερα, Παρασκευή 15 Μαΐου, ο Τραμπ υποστήριξε ότι οι δύο χώρες κατέληξαν σε «φανταστικές εμπορικές συμφωνίες». Όσοι όμως περίμεναν να μάθουν λεπτομέρειες για δασμούς, σπάνιες γαίες ή το Ιράν, έμειναν απογοητευμένοι.

Ό,τι κι αν συμφωνήθηκε παρασκηνιακά, η συνεργασία ΗΠΑ–Κίνας δεν συνεπάγεται πλέον αυτόματα θετικές συνέπειες για τον υπόλοιπο κόσμο. Αντίθετα, το G2 του 2026 μοιάζει περισσότερο με μια ιδιωτική συνεννόηση ανάμεσα σε δύο μεγάλες δυνάμεις, η οποία επιβάλλει κρυφά κόστη σε όσους μένουν εκτός.

Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ήδη σηματοδοτήσει μια σαφή αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο οι ΗΠΑ αντιλαμβάνονται τα οικονομικά τους συμφέροντα: όχι πλέον στη βάση κοινών φιλελεύθερων αξιών, αλλά στη λογική των σφαιρών επιρροής μεταξύ μεγάλων δυνάμεων. Το κρίσιμο ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν ΗΠΑ και Κίνα μπορούν να συνεργαστούν, αλλά τι είδους παγκόσμια τάξη θα προκύψει από αυτή τη συνεργασία.

Δύση και Ανατολή

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το Δυτικό Μπλοκ (με επικεφαλής τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και τα κράτη της Δυτικής Ευρώπης) ενώθηκε γύρω από μια κοινή δέσμευση για μια κεϋνσιανή παγκόσμια τάξη (στο πλαίσιο του συστήματος σταθερών ισοτιμιών του Μπρέττον Γουντς), η οποία αποσκοπούσε στην προώθηση του ελεύθερου εμπορίου αγαθών, διατηρώντας παράλληλα την εθνική οικονομική αυτονομία.

Αντίθετα, το Ανατολικό Μπλοκ υπό την ηγεσία της Σοβιετικής Ένωσης οργάνωνε το εμπόριο μέσω του Συμβουλίου Αμοιβαίας Οικονομικής Βοήθειας (Comecon), ανταλλάσσοντας πολλά αγαθά μεταξύ των χωρών μέσω προγραμματισμένων συμφωνιών ανταλλαγής, αντί για μετρητά.

Η ειρωνεία σήμερα είναι ότι η ατζέντα Τραμπ–Σι θυμίζει περισσότερο την προσέγγιση του παλαιού Ανατολικού Μπλοκ. Υπό αυτό το πρίσμα, το πιο ξεκάθαρο ένδειγμα ότι ένα νέο G2 λειτουργεί εκτός του πλαισίου των G20 ή της διεθνούς τάξης που βασίζεται σε κανόνες δεν είναι απλώς το γεγονός ότι η Ουάσιγκτον και το Πεκίνο βρίσκονται σε διάλογο. Είναι το εύρος των θεμάτων που φαίνεται να συζητούνε: δασμοί, παραγγελίες αεροσκαφών, πρόσβαση σε σπάνιες γαίες, περιορισμοί σε μικροτσίπ, η Ταϊβάν και το Ιράν.

Σε κάθε μία από αυτές τις περιπτώσεις, είναι εύλογο οι δύο χώρες να επιδιώκουν πολιτικό συντονισμό. Ωστόσο, συνολικά υποδηλώνουν τη διαμόρφωση μιας νέας παγκόσμιας τάξης, στην οποία δύο υπερδυνάμεις καθορίζουν όλο και περισσότερο τους όρους σύμφωνα με τα δικά τους συμφέροντα.

Γιατί η νέα προσέγγιση ΗΠΑ–Κίνας εγείρει ερωτήματα
Αντίτυπο της εφημερίδας Economic Daily με πρωτοσέλιδο για τις συνομιλίες του Σι Τζινπίνγκ με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ εκτίθεται σε περίπτερο στο Πεκίνο στις 15 Μαΐου 2026. (Φωτογραφία: WANG Zhao / AFP)

Μικροτσίπ και σπάνιες γαίες

Οι σπάνιες γαίες και τα προηγμένα μικροτσίπ αποτελούν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το Πεκίνο επιδιώκει πρόσβαση στους προηγμένους ημιαγωγούς που είναι απαραίτητοι για την κυριαρχία στην κούρσα της τεχνητής νοημοσύνης. Η Ουάσιγκτον, από την άλλη, χρειάζεται σπάνιες γαίες και κρίσιμα ορυκτά, των οποίων η σημασία έχει αυξηθεί λόγω της έντασης με το Ιράν και της πίεσης στα αμερικανικά αποθέματα πυραύλων, drones και συστημάτων αεράμυνας.

Αν αυτά αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, η σύνοδος κορυφής δεν θα αφορά την οικονομική απελευθέρωση. Θα αφορά το αν οι στρατηγικές τεχνολογίες θα παραμείνουν ζητήματα εθνικής ασφάλειας ή θα μετατραπούν σε διαπραγματευτικά ατού σε μια διμερή συμφωνία.

Σχετική είδηση: Τα παρασκήνια της συνάντησης Σι και Τραμπ – Η γλώσσα του σώματος των δύο ηγετών

Η παρουσία των επιχειρηματικών κολοσσών

Οι επιχειρηματίες που συνόδευσαν τον Τραμπ ενίσχυσαν αυτή την εικόνα. Η παρουσία στελεχών όπως ο Γιένσεν Χουάνγκ της NVIDIA, ο Τιμ Κουκ της Apple και ο Ίλον Μασκ των Tesla και SpaceX έδωσε στη σύνοδο χαρακτήρα εμπορικής διαπραγμάτευσης. Οι αναφορές για συμφωνίες σχετικά με παραγγελίες αεροσκαφών, αγορές αγροτικών προϊόντων, επενδυτικά φόρουμ και εταιρική πρόσβαση στην αγορά μπορεί να παρουσιαστούν ως σημάδια οικονομικής εξομάλυνσης.

Ωστόσο, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο αν οι αμερικανικές εταιρείες θα αποκτήσουν καλύτερη πρόσβαση στην κινεζική αγορά, αλλά αν αυτές οι εμπορικές νίκες θα συμβάλουν στη σταθεροποίηση μιας γεωπολιτικής συμφωνίας, το κόστος της οποίας θα επιβαρύνει άλλους.

Οποιαδήποτε συμφωνία για τους δασμούς πιθανότατα θα έχει τις μεγαλύτερες επιπτώσεις στις αγορές. Ίσως όμως η ίδια η συμφωνία να είναι λιγότερο σημαντική από την εικόνα που δημιουργεί, επιτρέποντας στον Τραμπ να παρουσιάσει μια επιχειρηματική επιτυχία. Αυτό μπορεί να καθησυχάσει προσωρινά τις αγορές, ωστόσο ταυτόχρονα αναδεικνύει τον κίνδυνο μιας σταδιακής απομάκρυνσης από τη φιλελεύθερη, πολυμερή διεθνή τάξη που βασίζεται σε κανόνες.

Προειδοποίηση για την Ταϊβάν, σιωπή για το Ιράν

Το ζήτημα της Ταϊβάν κυριάρχησε στη σύνοδο. Την Πέμπτη, ο Σι απηύθυνε ασυνήθιστα άμεση προειδοποίηση προς τον Τραμπ, λέγοντας ότι αν το θέμα δεν αντιμετωπιστεί σωστά, οι δύο χώρες θα μπορούσαν να οδηγηθούν σε «συγκρούσεις ή ακόμη και πολέμους». Σε ευρύτερο επίπεδο, ο κίνδυνος δεν είναι απαραίτητα μια επίσημη αμερικανική υποχώρηση στο θέμα της Ταϊβάν. Είναι ότι η Ταϊβάν και άλλοι περιφερειακοί παράγοντες ενδέχεται να επωμιστούν το κόστος μιας ιδιωτικής συμφωνίας μεταξύ υπερδυνάμεων. Αν η Ταϊβάν μετατραπεί σε μεταβλητή μιας ευρύτερης διαπραγμάτευσης, τότε οι συνέπειες της συνεργασίας ΗΠΑ–Κίνας θα βαρύνουν όσους δεν βρίσκονται στο τραπέζι των συνομιλιών.

Στην περίπτωση του Ιράν, αν ο Τραμπ ασκεί πίεση στον Σι ώστε να αξιοποιήσει την επιρροή του στην Τεχεράνη, δεν του ζητά απλώς διπλωματική βοήθεια. Αντιμετωπίζει το Πεκίνο ως συνδιαχειριστή μιας παγκόσμιας τάξης που προσφέρει σταθερότητα για ορισμένους- τις ΗΠΑ και την Κίνα- αλλά αποκλεισμό για άλλους.

Αυτό το G2 μπορεί να υπονομεύσει το παγκόσμιο δημόσιο συμφέρον. Παράλληλα, θα δοκιμάσει το κατά πόσο μεσαίες δυνάμεις όπως η Αυστραλία, ο Καναδάς και οι ευρωπαϊκές χώρες θα μπορέσουν να διατηρήσουν μια θέση στο τραπέζι των αποφάσεων ή αν, όπως προειδοποίησε ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ, κινδυνεύουν να συμπεριληφθούν «στο μενού».

Σχετική είδηση: Τραμπ: «Καμία δέσμευση για Ταϊβάν» – Καθησυχαστικός ο ΥΠΕΞ της Ταϊβάν για τις σχέσεις με τις ΗΠΑ

Πηγή: The Conversation

Όλες οι Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο,  στο ertnews.gr
Διάβασε όλες τις ειδήσεις μας στο Google
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber

Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου (όχι αυτολεξεί) ή μέρους αυτών μόνο αν:
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος