Έρευνα εντοπίζει συμπτώματα υπερφαγίας σε ενήλικες με διαβήτη τύπου 2

Μελέτη σε περισσότερους από 2.000 ενήλικες στη Δανία έδειξε ότι περίπου το 6% εμφάνιζε συμπτώματα υπερφαγίας, τα οποία συνδέονταν με σοβαρή παχυσαρκία, κατάθλιψη και άγχος

Οι διατροφικές διαταραχές συχνά αντιμετωπίζονται από μεγάλο μέρος της κοινωνίας ως έλλειψη αυτοπειθαρχίας ή ως ιδιότροπες διατροφικές συνήθειες. Είτε πρόκειται για νευρική ανορεξία, βουλιμία ή διαταραχή επεισοδιακής υπερφαγίας, αποτελούν σοβαρές διαταραχές ψυχικής υγείας, οι οποίες απαιτούν ιατρική παρακολούθηση και διατροφική συμβουλευτική.

Σε πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Diabetic Medicine», ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Νότιας Δανίας εξέτασαν πόσο συχνά εμφανίζονται συμπτώματα διαταραχής επεισοδιακής υπερφαγίας (Binge Eating Disorder – BED) σε ενήλικες με διαβήτη τύπου 2 στη χώρα.

Η διαταραχή επεισοδιακής υπερφαγίας χαρακτηρίζεται από την κατανάλωση ασυνήθιστα μεγάλης ποσότητας τροφής σε σύντομο χρονικό διάστημα, συνοδευόμενη από την αίσθηση ότι το άτομο δεν μπορεί να σταματήσει ή να ελέγξει πόσο τρώει. Αυτά τα επεισόδια μπορεί να προκαλέσουν αισθήματα ενοχής ή ντροπής για τις διατροφικές του συνήθειες.

Αφού εξέτασαν τις διατροφικές συνήθειες περισσότερων από 2.000 ατόμων με διαβήτη, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι το 2,9% εμφάνιζε ενδείξεις πιθανής διαταραχής επεισοδιακής υπερφαγίας, ενώ ένα επιπλέον 3,1% παρουσίαζε συμπτώματα που δεν πληρούσαν πλήρως τα διαγνωστικά κριτήρια. Τα άτομα με πιθανή διαταραχή επεισοδιακής υπερφαγίας είχαν διαγνωστεί με διαβήτη σε μικρότερη διάμεση ηλικία, περίπου στα 52 έτη, έναντι των 60 ετών για όσους δεν εμφάνιζαν συμπτώματα της διαταραχής.

Διαβήτης: Ένα παγκόσμιο πρόβλημα υγείας

Ο διαβήτης τύπου 2 αποτελεί μείζον παγκόσμιο πρόβλημα δημόσιας υγείας, με τον επιπολασμό του να αυξάνεται από 3,09% σε 6,11% μεταξύ 1990 και 2021. Εκτιμάται ότι σήμερα 589 εκατομμύρια ενήλικες ζουν με διαβήτη, αριθμός που αναμένεται να αυξηθεί τις επόμενες δεκαετίες. Ορισμένες προβλέψεις κάνουν λόγο για 853 εκατομμύρια ασθενείς έως το 2050.

Οι επιπτώσεις της νόσου δεν περιορίζονται στις σωματικές εκδηλώσεις, όπως τα αυξημένα επίπεδα σακχάρου στο αίμα ή ο υψηλότερος κίνδυνος καρδιαγγειακών παθήσεων. Το ψυχολογικό φορτίο μπορεί να είναι εξίσου δύσκολο να αντιμετωπιστεί, καθώς η κατάθλιψη από μόνη της επηρεάζει έως και το 25% των ατόμων με διαβήτη τύπου 2. Οι διατροφικές διαταραχές προσθέτουν ένα ακόμη βάρος, με τη διαταραχή επεισοδιακής υπερφαγίας να εμφανίζεται συχνότερα σε άτομα με διαβήτη σε σύγκριση με όσους δεν πάσχουν από τη νόσο.

Προηγούμενες μελέτες που διερεύνησαν τη σχέση μεταξύ των δύο καταστάσεων έχουν καταλήξει σε σημαντικά διαφορετικά ποσοστά. Σύμφωνα με αυτές, από το 2,5% έως το 29,6% των ατόμων με διαβήτη τύπου 2 πληρούσαν τα κριτήρια για τη διαταραχή επεισοδιακής υπερφαγίας, ενώ στον γενικό πληθυσμό ο επιπολασμός της κατά τη διάρκεια της ζωής εκτιμάται στο 1,9%.

Τα ευρήματα της μελέτης

Προκειμένου να εκτιμήσουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τη συχνότητα του φαινομένου στον πληθυσμό της Δανίας, οι ερευνητές απηύθυναν πρόσκληση συμμετοχής σε ενήλικες με διαβήτη τύπου 2 που λάμβαναν μέρος στη μελέτη του Δανικού Κέντρου Στρατηγικής Έρευνας για τον Διαβήτη Τύπου 2 (DD2)

Οι συμμετέχοντες συμπλήρωσαν το ερωτηματολόγιο για τη διαταραχή επεισοδιακής υπερφαγίας, ένα επικυρωμένο διαδικτυακό εργαλείο εννέα ερωτήσεων, βασισμένο στα επίσημα διαγνωστικά κριτήρια των συστημάτων DSM-5 και ICD-11. Με βάση τις απαντήσεις τους, χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες. Στην ομάδα με πιθανή διαταραχή επεισοδιακής υπερφαγίας εντάχθηκαν άτομα που παρουσίαζαν επεισόδια υπερφαγίας με απώλεια ελέγχου τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα και βίωναν σημαντική συναισθηματική επιβάρυνση εξαιτίας τους.

Η ομάδα με υποκλινικά συμπτώματα περιλάμβανε άτομα που ανέφεραν εξίσου συχνά επεισόδια υπερφαγίας, χωρίς όμως να βιώνουν έντονη συναισθηματική δυσφορία. Όσοι δεν πληρούσαν κανένα από τα δύο σύνολα κριτηρίων κατατάχθηκαν στην ομάδα χωρίς διαταραχή επεισοδιακής υπερφαγίας.

Στη συνέχεια, οι απαντήσεις των συμμετεχόντων συσχετίστηκαν με τα εθνικά μητρώα υγείας της Δανίας, γεγονός που επέτρεψε στους ερευνητές να συλλέξουν τα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων των ατόμων, καθώς και πληροφορίες σχετικά με τη χρήση φαρμάκων και την κατάσταση της ψυχικής τους υγείας.

Πόσο συχνή είναι η υπερφαγία σε άτομα με διαβήτη;

Η ανάλυση έδειξε ότι περίπου το 6% των ενηλίκων που συμμετείχαν στη μελέτη εμφάνιζε συμπτώματα επεισοδιακής υπερφαγίας. Από τους συμμετέχοντες, οι 72 παρουσίασαν ενδείξεις πιθανής διαταραχής επεισοδιακής υπερφαγίας, ενώ άλλοι 76 ανέφεραν συμπτώματα που δεν πληρούσαν πλήρως τα διαγνωστικά κριτήρια.

Τα συμπτώματα υπερφαγίας ήταν περισσότερες από 11 φορές συχνότερα σε άτομα με σοβαρή παχυσαρκία, δηλαδή με δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ) ίσο ή μεγαλύτερο από 35, σε σχέση με άτομα φυσιολογικού βάρους. Παράλληλα, οι γυναίκες είχαν 54% μεγαλύτερη πιθανότητα από τους άνδρες να αναφέρουν τέτοια συμπτώματα.

Τα ευρήματα συνέδεσαν επίσης τα συμπτώματα επεισοδιακής υπερφαγίας με χειρότερη ψυχική υγεία. Τα άτομα που επηρεάζονταν, συγκέντρωναν χαμηλότερες βαθμολογίες στον δείκτη συναισθηματικής ευεξίας και είχαν περισσότερες πιθανότητες να εμφανίζουν κατάθλιψη και άγχος, καθώς και να λαμβάνουν αντικαταθλιπτική αγωγή.

Ωστόσο, η σχέση μεταξύ αυτών των δύο φαινομενικά διαφορετικών προβλημάτων υγείας χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τόσο οι ασθενείς όσο και οι γιατροί πρέπει να είναι περισσότερο ευαισθητοποιημένοι ως προς τα συμπτώματα της διαταραχής επεισοδιακής υπερφαγίας. Μελλοντικές μελέτες θα μπορούσαν να προσδιορίσουν τον καλύτερο τρόπο ενσωμάτωσης της αναγνώρισης αυτών των συμπτωμάτων στην τακτική παρακολούθηση των ατόμων με διαβήτη.

Πηγή: Medicalxpress

Όλες οι Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο,  στο ertnews.gr
Διάβασε όλες τις ειδήσεις μας στο Google
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber

Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου (όχι αυτολεξεί) ή μέρους αυτών μόνο αν:
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος