Η θεραπευτική επίδραση των «μεταθανάτιων επισκέψεων»

Ο Ίαν και η Μισέλ Χορν ήταν ένα αγαπημένο ζευγάρι που ήταν παντρεμένο σχεδόν 10 χρόνια. Το περασμένο φθινόπωρο όμως, η Μισέλ πέθανε μετά από μια μακρά μάχη με τον κορονοϊό. Λίγο καιρό μετά το θάνατό της, ο Ίαν ένιωσε ότι η Μισέλ προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί του. Οδηγούσε προς τη δουλειά του στο σκοτάδι της αυγής, όταν εντόπισε κάτι περίεργο. Περίπου δύο δωδεκάδες φανάρια σήμανσης που πλαισίωναν τον αυτοκινητόδρομο είχαν γίνει μωβ. Έμοιαζαν με μια σειρά από μαργαριτάρια που έλαμπαν στον νυχτερινό ουρανό. Ο Ίαν το εξέλαβε ως σημάδι.

«Η Μισέλ ήξερε ότι κάνω αυτή τη διαδρομή κάθε πρωί και ήταν η τελευταία της διαδρομή προς το νοσοκομείο», λέει ο Ίαν Χορν, ο οποίος είναι ραδιοφωνικός παραγωγός.

«Θυμάμαι απλά να χαμογελάω και να αισθάνομαι συγκλονισμένος με την ιδέα ότι η Μισέλ ήταν κοντά».

Ωστόσο, αυτού του είδους οι εμπειρίες δεν είναι ασυνήθιστες.

Η πανδημία του κορονοϊού έχει πλέον σκοτώσει περισσότερους από 600.000 Αμερικανούς. Πολλοί δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να αγκαλιάσουν ή να αποχαιρετήσουν αγαπημένα τους πρόσωπα που πέθαναν απομονωμένα σε θαλάμους νοσοκομείων.

Υπάρχει όμως μια άλλη ομάδα επιζώντων της πανδημίας που λένε ότι τους δόθηκε μια δεύτερη ευκαιρία να αποχαιρετίσουν τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Πρόκειται για ανθρώπους όπως ο Χορν οι οποίοι πιστεύουν ότι επικοινώνησαν με κάποιο αγαπημένο τους πρόσωπο που έχασαν από τον κορονοϊό.

Αυτές οι εμπειρίες μπορεί να είναι ανεπαίσθητες: συγγενείς που εμφανίζονται σε υπερρεαλιστικά όνειρα, μια ξαφνική μυρωδιά αρώματος που φορούσε ένας αποθανών, ή η ασυνήθιστη συμπεριφορά ζώων. Αυτές οι ιστορίες μπορεί να ακούγονται απίθανες, αλλά στην πραγματικότητα αποτελούν μέρος ενός ιστορικού μοτίβου. Οι άνθρωποι δυσκολεύονται να αποδεχτούν το γεγονός ότι δεν μπορούν να αποχαιρετίσουν ένα αγαπημένο τους πρόσωπο όταν αυτό πεθαίνει.

Κάθε φορά που συμβαίνει μια μαζική τραγωδία, όπως μια πανδημία, ένας πόλεμος ή μια φυσική καταστροφή, υπάρχει μια αντίστοιχη αύξηση στις αναφορές περιστατικών ανθρώπων που βλέπουν τους νεκρούς ή προσπαθούν να επικοινωνήσουν μαζί τους.

(AP Photo/Matt Rourke)

Η επιδημία γρίπης του 1918 πυροδότησε μια «τρέλα του πνευματισμού» με συνεδρίες και πίνακες Ouija, με σκοπό την επικοινωνία με τους νεκρούς. Μετά την τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου, πολλοί άνθρωποι ανέφεραν ότι είδαν ή συνομίλησαν με τα αγαπημένα τους πρόσωπα που έχασαν τη ζωή τους εκεί.

Όταν ένα τσουνάμι έπληξε την Ιαπωνία το 2011, σκοτώνοντας τουλάχιστον 20.000 ανθρώπους, πολλοί κάτοικοι του Ισινομάκι ανέφεραν ότι είδαν τους αγαπημένους τους να εμφανίζονται, με αποτέλεσμα αυτές οι εμπειρίες να καταγραφούν σε ένα βιβλίο και σε ένα ντοκιμαντέρ.

«Αυτού του είδους οι αναφορές είναι φυσιολογικές στον κόσμο μου», λέει ο Σκοτ Τζάνσεν, συγγραφέας που εργάζεται εδώ και χρόνια σε κέντρα περίθαλψης ανιάτων και μελετά αυτές τις εμπειρίες. «Είναι λογικό ότι σε μια πανδημία ή ένα άλλο γεγονός που οδηγεί σε μαζικούς θανάτους, να υπάρχει μια αριθμητική αύξηση των αναφορών αυτών, δεδομένης της κοινής θλίψης και του τραύματος».

Αυτές οι εμπειρίες είναι αρκετά συνηθισμένες στην ψυχολογία και ονομάζονται «Μεταθανάτιες επισκέψεις ή επικοινωνίες» (ADC). Οι έρευνες δείχνουν ότι τουλάχιστον 60 εκατομμύρια Αμερικανοί έχουν βιώσει μια τέτοια εμπειρία και παρόμοιες αναφορές βρίσκουμε σε όλους τους πολιτισμούς, τις θρησκείες, τις εθνικότητες και τα εισοδήματα.

Ο Μπιλ Γκούγκενχαιμ, συν-συγγραφέας του βιβλίου “Hello from Heaven” (“Γεια σας από τον ουρανό”), που διερευνά τις ADC, πιστεύει ότι υπάρχει ένας πνευματικός σκοπός πίσω από τις επισκέψεις των αποθανόντων.

«Θέλουν να ξέρετε ότι είναι ακόμα ζωντανοί και ότι θα ξανασυναντηθείτε μαζί τους όταν έρθει η σειρά σας να αφήσετε πίσω τη ζωή σας στη Γη», γράφει. «Θέλουν να σας διαβεβαιώσουν ότι θα είναι εκεί για να σας συναντήσουν και να σας χαιρετήσουν – και ίσως ακόμη και να σας βοηθήσουν – καθώς θα κάνετε τη δική σας μετάβαση».

Τα ADC μπορεί να εξυπηρετούν και έναν άλλο σκοπό ειδικά στην εποχή του κορονοϊού: να καθησυχάζουν τους ανθρώπους που δεν μπόρεσαν να είναι στο πλευρό των αγαπημένων τους προσώπων όταν εκείνοι πέθαναν.

Η Τζέιμι Τζάκσον έχασε την αγαπημένη της θεία από καρδιακή προσβολή το περασμένο καλοκαίρι μετά από επιπλοκές από την Covid. Όταν η θεία της προσβλήθηκε από την Covid, η Τζάκσον δεν μπορούσε να επισκεφθεί το νοσοκομείο για να της συμπαρασταθεί.

«Αυτό ήταν το πιο δύσκολο πράγμα», λέει η Τζάκσον. «Το να μην μπορείς να αποχαιρετήσεις κάποιον που βρίσκεται στο νοσοκομείο και που είναι φοβισμένος και δεν έχει συνηθίσει να είναι μόνος του».

Επτά μήνες μετά τον θάνατο της θείας της, η Τζάκσον στόλιζε το χριστουγεννιάτικο δέντρο με τα στολίδια της θείας της. Η Τζάκσον είπε στο CNN ότι άφησε το κουτί με τα στολίδια στο διάδρομο, για να πάρει κάτι και όταν επέστρεψε, είδε μια ημιδιαφανή φιγούρα να το κοιτάζει. Ήταν μια μικροκαμωμένη γυναίκα που είχε το ίδιο κούρεμα και το ίδιο χρώμα μαλλιών με την θεία της και φορούσε μια λευκή μπλούζα και ένα μπλε παντελόνι.

Η Τζάκσον πάγωσε. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά. Πήγε στην τραπεζαρία και άρχισε να κλαίει. Όταν επέστρεψε, η φιγούρα είχε εξαφανιστεί.

«Ήταν συγκλονιστικό», λέει η Τζάκσον. «Είναι δύσκολο να το εκφράσω με λόγια. Είναι προφανές ότι είναι εδώ γύρω και με επισκέπτεται».

(AP Photo/Lynne Sladky, File)

Ένα κρύο χέρι και ένα άρωμα

Ορισμένες τέτοιες εμπειρίες είναι ακόμη πιο έντονες. Η μητέρα της Μαρί Πίνα ήταν έτοιμη να πάρει εξιτήριο από το νοσοκομείο τον περασμένο Νοέμβριο, όταν εντοπίστηκαν περιστατικά Covid στον θάλαμο του νοσοκομείου όπου νοσηλευόταν. Διαγνώστηκε θετική στον κορονοϊό και μπήκε σε απομόνωση. Επέστρεψε στο σπίτι της τον επόμενο μήνα, αλλά είχε χάσει τις δυνάμεις της. Τέσσερις μήνες μετά τη διάγνωσή της, η άτυχη γυναίκα, πέθανε.

Το πρωί του θανάτου της μητέρας της, η Πίνα είπε στο CNN, ότι έψαχνε τις παντόφλες της όταν ένιωσε ένα κρύο χέρι στον ώμο της. Γύρισε και είδε τη μητέρα της να κάθεται δίπλα της και να κοιτάζει ευθεία μπροστά χωρίς έκφραση. Φαινόταν 20 χρόνια νεότερη.

«Το άγγιγμά της ήταν κρύο, σαν να είχε έρθει από έξω», λέει η Πίνα.

Μια άλλη μέρα, η Πίνα μαγείρευε σούπα με σπανάκι, ένα από τα αγαπημένα φαγητά της μητέρας της, όταν ξαφνικά μύρισε το άρωμα που φορούσε εκείνη.

«Το άρωμα ήταν πολύ έντονο», λέει η Πίνα. «Ο σύζυγός μου και εγώ στεκόμασταν στην κουζίνα με δέος καθώς ανακάτευα τη σούπα. Το μυρίζαμε και οι δύο. Κράτησε για περίπου πέντε λεπτά πριν εξαφανιστεί».

Αν και πολύς κόσμος αμφισβητεί αυτές τις εμπειρίες, η Τζάκσον λέει ότι δεν έχει σημασία αν είναι αληθινές ή όχι. Ο αντίκτυπός τους είναι πραγματικός αφού την έκαναν να νιώσει καλύτερα.

Ορισμένες παραφυσικές επισκέψεις όμως δεν είναι τόσο ευπρόσδεκτες

Άλλες εμπειρίες ADC είναι πιο ανατριχιαστικές.

«Κάποιοι άνθρωποι τις φοβούνται και σίγουρα δεν τις αναζητούν», λέει ο Τζάνσεν. Ορισμένοι νιώθουν ότι αυτές οι εμπειρίες έρχονται σε σύγκρουση με την κοσμοθεωρία ή τις θρησκευτικές πεποιθήσεις τους. Μερικοί άνθρωποι έχουν τέτοιες επισκέψεις χρόνια μετά το γεγονός, ή από ανθρώπους με τους οποίους είχαν προβλήματα και δεν επιθυμούν να τους ξαναδούν.

Αυτές οι αρνητικές παραφυσικές εμπειρίες είναι επίσης συνηθισμένες κατά τη διάρκεια του πολέμου. Τα πολεμικά απομνημονεύματα είναι γεμάτα με ιστορίες βετεράνων που αναφέρουν ανατριχιαστικές, μεταθανάτιες επισκέψεις από πεσόντες συντρόφους ή ακόμη και από εχθρούς που είχαν σκοτώσει.

Στο βιβλίο «Πώς είναι να πηγαίνεις στον πόλεμο», ο Καρλ Μαρλάντες, βετεράνος του Βιετνάμ, έγραψε για το πώς το φάντασμα ενός στρατιώτη του Βόρειου Βιετνάμ που είχε σκοτώσει, τον καταδίωκε χρόνια μετά την επιστροφή του στην πατρίδα.

Σε ένα εντυπωσιακό απόσπασμα, ο βετεράνος αφηγείται πώς εξόρκισε το φάντασμα του εχθρού του. Κανόνισε μια ιδιωτική λειτουργία με έναν ιερέα στις 2 τα ξημερώματα σε μια παλιά εκκλησία, όπου, όπως λέει, είδε τα πνεύματα των στρατιωτών που είχε σκοτώσει, να κάθονται στα στασίδια. Ακόμη και οι μακαρίτες παππούδες του εμφανίστηκαν χαμογελώντας, σαν να το ενέκριναν.

Οι σύμβουλοι που εργάζονται με βετεράνους, ακούν συχνά τέτοιες ιστορίες, λέει ο Τζάνσεν.

Ένα ασυνήθιστο πουλί και μια κραυγή μέσα στη νύχτα

Ο Χορν ανέφερε ότι είχε και άλλες μεταθανάτιες συναντήσεις με την εκλιπούσα σύζυγό του.

Λίγο καιρό μετά το θάνατό της, καθόταν στην αυλή του, όταν μια καρδερίνα προσγειώθηκε σε ένα κλαδί μπροστά του. Οι καρδερίνες σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, εμφανίζονται συχνά όταν βρίσκονται κοντά, αγαπημένα πρόσωπα. Ο Χορν εντυπωσιάστηκε καθώς οι καρδερίνες δεν εμφανίζονται συνήθως στο Κάνσας το φθινόπωρο.

Αυτές οι εμπειρίες τον παρηγορούν εν μέρει επειδή ξέρει ότι η Μισέλ πάλεψε πολύ σκληρά για να ζήσει. Η Μισέλ όμως δεν άντεξε και πέθανε από καρδιακή προσβολή τον περασμένο Οκτώβριο, σε ηλικία 50 ετών.

Ωστόσο, κατά έναν περίεργο τρόπο, η Μισέλ μπορεί να εξακολουθεί να επικοινωνεί με τον Ίαν. Μετά το γάμο του, το ζευγάρι ανέπτυξε ένα τελετουργικό. Επειδή η Μισέλ ανησυχούσε για την ασφάλεια του Ίαν ο οποίος οδηγούσε νύχτα για να πάει στη δουλειά του, όταν εκείνος έφτανε, της έστελνε το εξής μήνυμα: «Έφτασα. Σ’ αγαπώ».

Τα μωβ φώτα στη Γουιτσιτά εξακολουθούν να λάμπουν ακόμη. Ο Χορν τα βλέπει συνέχεια στην πρωινή του διαδρομή. Είναι σαν η Μισέλ να του απαντάει με ένα παρόμοιο μήνυμα.

Δεν είναι σίγουρος για πόσο καιρό θα παραμείνουν τα φώτα έτσι. Ο δήμος της Γουιτσιτά  απέδωσε το γεγονός σε ελαττωματική παρτίδα και είπε ότι σκοπεύει να τα αντικαταστήσει.

«Ειλικρινά ελπίζω να μην το κάνουν», λέει ο Ίαν. «Πιστεύω ότι έτσι η Μισέλ είναι ακόμη μαζί μου. Και ελπίζω να μην αλλάξει ποτέ αυτό».

ΠΗΓΗ: CNN

Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση του παραπάνω άρθρου ή μέρους του μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr με ενεργό σύνδεσμο στην εν λόγω καταχώρηση.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ