1. Εισαγωγή & Ιστορικό
Σύντομη παρουσίαση του επιστημονικού υπόβαθρου και των επιτευγμάτων του επιστήμονα
Είμαι νοσηλευτής, με μεταπτυχιακό στην Πληροφορική της Υγείας και διδακτορικό στην τηλεϊατρική και την ηλεκτρονική υγεία. Σήμερα εργάζομαι ως senior researcher σε δύο ιδρύματα, στη SINTEF και στο Νορβηγικό Ινστιτούτο Δημόσιας Υγείας. Η επαγγελματική και ερευνητική μου πορεία κινείται στη διασταύρωση της υγείας, της τεχνολογίας, της οργάνωσης των υπηρεσιών υγείας και της παγκόσμιας υγείας.
Έχω ασχοληθεί με αρκετά διαφορετικά αντικείμενα έρευνας, κάτι που αντανακλά και την προσωπικότητά μου. Με χαρακτηρίζει η περιέργεια και η ανάγκη να κατανοώ προβλήματα από πολλές διαφορετικές οπτικές. Για τον λόγο αυτό χρησιμοποιώ τόσο ποσοτικές όσο και ποιοτικές ερευνητικές μεθόδους, ανάλογα με το ερώτημα και το πλαίσιο. Με ενδιαφέρει όχι μόνο αν μια τεχνολογία «λειτουργεί», αλλά και πώς εντάσσεται στην κλινική πράξη, πώς επηρεάζει τη σχέση ασθενή και επαγγελματία υγείας, πώς οργανώνεται η συνεργασία μεταξύ φορέων, και τελικά πώς επηρεάζει την ποιότητα και την ισότητα στην παροχή φροντίδας.
Στην πορεία μου έχω εργαστεί με θέματα που αφορούν την ψηφιακή υγεία, τα ψηφιακά οικοσυστήματα υγείας, τη σχέση ασθενών και επαγγελματιών υγείας, την ενδομητρίωση, τη φυσική δραστηριότητα και την προαγωγή υγείας, το φαινόμενο των ασθενών που χάνουν τα νοσοκομειακά ραντεβού τους, αλλά και ζητήματα παγκόσμιας υγείας, ιδιαίτερα σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος.
Από τα σημαντικά επιτεύγματα της πορείας μου ξεχωρίζω τον επιτυχημένο συντονισμό ενός ευρωπαϊκού ερευνητικού προγράμματος για την ηλεκτρονική υγεία σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος της Αφρικής. Το έργο αυτό, το BETTEReHEALTH, αποτέλεσε μια σημαντική εμπειρία τόσο επιστημονικά όσο και προσωπικά, γιατί με έφερε σε επαφή με διαφορετικές πραγματικότητες συστημάτων υγείας και με έκανε να κατανοήσω ακόμη βαθύτερα τη σημασία της συνεργασίας μεταξύ πολιτικής, επιστήμης, κλινικής πράξης και τεχνολογίας. Άλλο σημαντικό επίτευγμα είναι ότι μέχρι πρόσφατα ήμουν επικεφαλής μιας ερευνητικής ομάδας στη SINTEF που ασχολούνταν με την ηλεκτρονική υγεία και την καινοτομία στις υπηρεσίες υγείας. Τέλος, πριν από μερικούς μήνες εξασφαλίσαμε χρηματοδότηση περίπου 96 εκατομμυρίων νορβηγικών κορωνών για τη δημιουργία ενός Κέντρου Προσωποποιημένης Ψηφιακής Προαγωγής Υγείας στη Νορβηγία, στο οποίο θα έχω τον ρόλο του υποδιευθυντή. Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες και πιο ανταγωνιστικές χρηματοδοτήσεις που δίνει το Νορβηγικό Συμβούλιο Έρευνας, με ιδιαίτερο επιστημονικό κύρος. Για μένα αυτή η εξέλιξη δεν είναι μόνο μια προσωπική ή επαγγελματική επιτυχία, αλλά και επιβεβαίωση ότι η έρευνα που συνδέει την υγεία με την τεχνολογία, τον σχεδιασμό υπηρεσιών και τη συμμετοχή των πολιτών είναι πλέον κεντρική για το μέλλον των συστημάτων υγείας.
Η «Ιστορία της Αρχής»: «Τι ήταν αυτό που πυροδότησε αρχικά το ενδιαφέρον σας για αυτόν τον κλάδο και τι σας οδήγησε να εστιάσετε ειδικά στην ηλεκτρονική υγεία, την τηλεϊατρική και τη νοσηλευτική με τη χρήση της Τεχνολογίας της Πληροφορικής;»
Ήδη από τα παιδικά μου χρόνια αισθανόμουν να με τραβούν δύο διαφορετικές αλλά τελικά πολύ συμβατές κατευθύνσεις. Από τη μία πλευρά ήταν η υγεία και από την άλλη η τεχνολογία. Η πρώτη είχε πολύ μεγάλη σχέση με την οικογένειά μου και ιδιαίτερα με τον πατέρα μου, ο οποίος είναι ιατρός. Μέσα από εκείνον γνώρισα από νωρίς την ανθρωπιστική διάσταση της φροντίδας, τη σημασία της προσφοράς και το πώς η επιστήμη της υγείας μπορεί να έχει πολύ άμεσο αντίκτυπο στη ζωή των ανθρώπων.
Ταυτόχρονα όμως με γοήτευε η τεχνολογία. Θυμάμαι ακόμη πως μικρός είχα γράψει ένα πρόγραμμα σε BASIC για να παίζω με την αδερφή μου ότι έχουμε κατάστημα. Έμαθα προγραμματισμό από τη θεία μου αλλά και διαβάζοντας βιβλία από τη βιβλιοθήκη. Με ενδιέφερε πολύ η λογική των συστημάτων, η οργάνωση της πληροφορίας και η αίσθηση ότι μπορείς να δημιουργείς εργαλεία που λύνουν προβλήματα.
Αρχικά επέλεξα να ακολουθήσω τον δρόμο της υγείας. Ήθελα να σπουδάσω ιατρική, αλλά τελικά πέρασα στη Νοσηλευτική του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, κάτι που έγινε μάλλον τυχαία λόγω βαθμολογίας. Στην αρχή σκέφτηκα ότι θα ξαναδώσω εξετάσεις ή ότι θα προσπαθήσω αργότερα να μπω στην Ιατρική. Πολύ γρήγορα όμως κατάλαβα ότι αυτό που πραγματικά αναζητούσα στην Ιατρική, δηλαδή η σχέση, η επικοινωνία και η άμεση επαφή με τον ασθενή, υπήρχε στη Νοσηλευτική ίσως και σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα ήταν το αντικείμενο της νοσηλευτικής έρευνας.
Η Νοσηλευτική Σχολή με εντυπωσίασε πολύ. Με εντυπωσίασαν οι υποδομές, το ακαδημαϊκό περιβάλλον, αλλά κυρίως οι άνθρωποι. Τα μέλη ΔΕΠ, το τεχνικό προσωπικό, οι διδακτορικοί και μεταπτυχιακοί φοιτητές, όλοι συνέθεταν μια κοινότητα στην οποία αισθανόμουν περήφανος να ανήκω. Εκεί διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό και η πρώτη μου ερευνητική ταυτότητα.
Ο καθηγητής Ιωάννης Μαντάς και η καθηγήτρια Ελισσάβετ Πατηράκη ήταν δύο πρόσωπα που με επηρέασαν ιδιαίτερα. Δεν ήταν μόνο η επιστημονική τους παρουσία, αλλά και το γεγονός ότι έδιναν ευκαιρία στους φοιτητές να συμμετέχουν ενεργά στην έρευνα. Αυτό ήταν εξαιρετικά σημαντικό για μένα. Η έρευνα έπαψε να είναι κάτι μακρινό ή θεωρητικό και έγινε κάτι στο οποίο μπορούσα να συμμετέχω. Με τη βοήθεια της καθηγήτριας Πατηράκη είχα επίσης την ευκαιρία να πάω ως φοιτητής Erasmus στο Λονδίνο, μια εμπειρία που άνοιξε τους ορίζοντές μου και με βοήθησε να δω την υγεία, την εκπαίδευση και την επιστήμη σε ένα πιο διεθνές πλαίσιο.
Η Καθοριστική Στιγμή: «Υπήρξε κάποια ιδιαίτερη στιγμή, ανακάλυψη ή μέντορας που καθόρισε την πορεία σας ως επιστήμονα;»
Στην πραγματικότητα δεν υπήρξε μόνο μία καθοριστική στιγμή, αλλά μια αλληλουχία εμπειριών που λειτούργησαν συμπληρωματικά και διαμόρφωσαν σταδιακά την πορεία μου ως επιστήμονα.
Η πρώτη από αυτές ήρθε στο τέλος των προπτυχιακών μου σπουδών. Παρότι είχα περάσει όλα τα μαθήματα που είχα παρακολουθήσει στο Λονδίνο και είχα καταφέρει να τα αναγνωρίσω στη σχολή μου στην Αθήνα, κόπηκα στο μοναδικό μάθημα που χρωστούσα από το πρώτο έτος. Αυτό σήμαινε ότι για ένα μάθημα θα έπρεπε να παραμείνω προπτυχιακός φοιτητής για ακόμη ένα εξάμηνο και να καθυστερήσω τα επόμενα ακαδημαϊκά μου βήματα. Εκείνη τη στενοχώρια τη μοιράστηκα με το προσωπικό του Εργαστηρίου Πληροφορικής Υγείας της σχολής.
Για καλή μου τύχη, μέσα σε αυτή την ατυχία, το εργαστήριο αναζητούσε κάποιον για να βοηθήσει στη διοργάνωση ενός ευρωπαϊκού συνεδρίου πληροφορικής υγείας. Μου πρότειναν να μιλήσω με τον καθηγητή Μαντά και έτσι άρχισα να συμμετέχω στη διοργάνωση του συνεδρίου. Αυτή ήταν μια καθοριστική εμπειρία, γιατί με έφερε πολύ κοντά στον διεθνή χώρο της πληροφορικής υγείας και με βοήθησε να δω ότι δεν χρειαζόταν να επιλέξω ανάμεσα στην υγεία και την τεχνολογία. Υπήρχε ένας ολόκληρος κλάδος όπου μπορούσα να εργαστώ και με τα δύο.
Εκτός από το συνέδριο, άρχισα να συμμετέχω και σε ερευνητικά προγράμματα του εργαστηρίου, κάποια από τα οποία ήταν ευρωπαϊκά. Η πρώιμη αυτή εμπλοκή στην έρευνα ήταν εξαιρετικά σημαντική για την καριέρα μου. Μου έδωσε τη δυνατότητα να κατανοήσω πώς λειτουργούν οι διεθνείς ερευνητικές συνεργασίες, να αποκτήσω εμπειρία σε διαδικασίες σχεδιασμού και υλοποίησης έργων και να αποκτήσω ένα σημαντικό προσόν στο βιογραφικό μου ήδη από τα πρώτα στάδια της σταδιοδρομίας μου.
Μια άλλη καθοριστική στιγμή ήταν η ευκαιρία να συμμετάσχω σε μια σύντομη ιατρική αποστολή στην Αφρική. Μαζί με την ομάδα των καθηγητών Ιωάννη και Σεραφείμ Νανά από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών ταξίδεψα στην Ουγκάντα και την Τανζανία. Ήταν μια πολύ έντονη και ενδιαφέρουσα εμπειρία. Εκεί συνειδητοποίησα πολύ πιο έντονα την ανάγκη για μακροπρόθεσμη υποστήριξη των συστημάτων υγείας στις χώρες χαμηλού εισοδήματος. Δεν αρκεί μια αποσπασματική παρέμβαση ή μια βραχυπρόθεσμη δράση. Αυτό που χρειάζεται είναι μακρόχρονη ενίσχυση των δομών, των ανθρώπων, της εκπαίδευσης και της οργάνωσης των υπηρεσιών υγείας. Αυτή η εμπειρία λειτούργησε ως πολύ σημαντική έμπνευση για τη μετέπειτα ενασχόλησή μου με την παγκόσμια υγεία, έναν τομέα στον οποίο συνεχίζω να δραστηριοποιούμαι μέχρι σήμερα.
Η ίδια αυτή αποστολή αποτέλεσε και την ευκαιρία να γνωριστώ με τον καθηγητή Ιωάννη Νανά, ο οποίος στη συνέχεια μου προσέφερε τη δυνατότητα να εργαστώ στην 3η Καρδιολογική Κλινική της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, η οποία στεγαζόταν τότε στο Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα». Και αυτή ήταν μια καθοριστική εμπειρία για μένα. Παράλληλα με τη συμμετοχή μου στις κλινικές διαδικασίες της κλινικής και του ιατρείου καρδιακής ανεπάρκειας, συμμετείχα και σε πολυκεντρικές κλινικές μελέτες. Επιπλέον, είχα την ευθύνη για την ψηφιακή υποδομή της κλινικής και των κλινικών μελετών που διεξήγαγε. Με άλλα λόγια, βρισκόμουν ταυτόχρονα πολύ κοντά στην κλινική πράξη, στην έρευνα και στην τεχνολογία.
Αναδρομικά, βλέπω ότι αυτές οι εμπειρίες δεν ήταν μεμονωμένα επεισόδια, αλλά τα θεμέλια της πορείας που ακολούθησα αργότερα: μιας πορείας που συνδυάζει τη νοσηλευτική και την κλινική κατανόηση, την πληροφορική υγείας, τη διεθνή συνεργασία, την έρευνα υπηρεσιών υγείας και την παγκόσμια υγεία. Με έναν τρόπο, όλα αυτά τα πρώτα βήματα εξηγούν πολύ καλά και το πού βρίσκομαι σήμερα: σε ρόλους που απαιτούν να συνδέω την τεχνολογία με τα συστήματα υγείας, τη συμμετοχή των ανθρώπων και τη μακροπρόθεσμη βελτίωση της φροντίδας, τόσο στη Νορβηγία όσο και σε διεθνές επίπεδο.
2. Η Βασική και Εφαρμοσμένη Έρευνα και Διδασκαλία
Κύρια Ευρήματα: «Μπορείτε να συνοψίσετε τα πιο σημαντικά ευρήματα της πρόσφατης δουλειάς σας;»
Ένα από τα πιο σημαντικά ευρήματα που επαναλαμβάνεται στην έρευνά μου, είτε μιλάμε για ψηφιακή υγεία είτε για άλλου τύπου καινοτόμες υπηρεσίες υγείας, είναι ότι για να υπάρξει σωστός σχεδιασμός και επιτυχημένη εφαρμογή μιας καινοτομίας, είναι απολύτως απαραίτητο να υπάρχει ενεργή συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων μερών.
Αυτό αφορά τους ασθενείς και τους πολίτες, το προσωπικό υγείας, τους επαγγελματίες υγείας, τους διοικητικούς υπεύθυνους, τους διευθυντές μονάδων υγείας ή νοσοκομείων, τις περιφέρειες, αλλά και εκείνους που λαμβάνουν αποφάσεις σε πολιτικό επίπεδο. Χρειάζεται όλοι να είναι ενημερωμένοι, όλοι να έχουν ακουστεί και όλοι να συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωση των υπηρεσιών. Πολλές φορές στην πράξη βλέπουμε ότι αυτό δεν συμβαίνει. Οι λύσεις σχεδιάζονται από πάνω προς τα κάτω ή με υπερβολική έμφαση στην τεχνολογία, χωρίς να δίνεται ο αναγκαίος χώρος στη φωνή των ανθρώπων που θα τις χρησιμοποιήσουν ή θα επηρεαστούν από αυτές.
Αυτό το συμπέρασμα προκύπτει σε πολλά διαφορετικά πεδία της δουλειάς μου. Το βλέπω στην έρευνα για τα ψηφιακά οικοσυστήματα υγείας, όπου η συνεργασία μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών φορέων είναι κρίσιμη. Το βλέπω σε κλινικά πεδία, όπως η ενδομητρίωση, όπου η εμπειρία της ασθενούς είναι καθοριστική για το πώς πρέπει να οργανωθεί η φροντίδα. Το βλέπω επίσης στην έρευνα για το φαινόμενο των ασθενών που χάνουν τα ραντεβού τους στα νοσοκομεία, όπου αν δεν κατανοήσεις τις πραγματικές συνθήκες και δυσκολίες των ασθενών, είναι πολύ εύκολο να δώσεις λανθασμένες ή υπεραπλουστευμένες ερμηνείες.
Ένα ακόμη βασικό συμπέρασμα είναι ότι τα εμπόδια στην εφαρμογή καινοτόμων υπηρεσιών υγείας συχνά δεν είναι κυρίως τεχνολογικά. Πολύ συχνά είναι οργανωτικά, κοινωνικά, θεσμικά ή πολιτισμικά. Δηλαδή η τεχνολογία μπορεί να υπάρχει, τα πρότυπα μπορεί να υπάρχουν, αλλά αυτό που λείπει είναι ο σωστός συντονισμός, η εμπιστοσύνη, η κοινή κατανόηση των στόχων και η δυνατότητα ουσιαστικής συνεργασίας.
Η Διαδικασία: «Μπορείτε να μου περιγράψετε τη στιγμή που ίσως συνειδητοποιήσατε ότι ανακαλύψατε κάτι σημαντικό; Τι νιώσατε; Τι αντίκτυπο είχε;»
Δυστυχώς ή ίσως και ευτυχώς, η φύση της δικής μου έρευνας δεν είναι τέτοια ώστε να υπάρχει μία μοναδική στιγμή «ανακάλυψης», όπως ίσως συμβαίνει σε άλλες επιστήμες. Η έρευνα στις υπηρεσίες υγείας, και ειδικά η έρευνα που αφορά την εφαρμογή και την οργάνωση της φροντίδας, προχωρά συνήθως πιο σταδιακά. Η συλλογή δεδομένων απαιτεί χρόνο, η κατανόηση των σχέσεων μεταξύ των φορέων απαιτεί χρόνο, και τα σημαντικά συμπεράσματα αναδύονται σταδιακά μέσα από επαναλαμβανόμενα μοτίβα και από τη σύγκλιση διαφορετικών εμπειριών και δεδομένων.
Αυτό που συχνά νιώθω είναι ότι αρχίζει να σχηματίζεται κάτι σημαντικό όταν βλέπω το ίδιο πρόβλημα ή την ίδια δυναμική να επανεμφανίζεται σε διαφορετικά έργα, σε διαφορετικά πλαίσια, ακόμη και σε διαφορετικές χώρες. Όταν, για παράδειγμα, σε έργα ψηφιακής υγείας στη Νορβηγία, σε ερευνητικά προγράμματα στην Αφρική ή σε άλλες καινοτόμες υπηρεσίες υγείας, εμφανίζεται ξανά και ξανά η ανάγκη για συμμετοχή, διάλογο και εμπιστοσύνη, τότε αντιλαμβάνομαι ότι δεν πρόκειται απλώς για ένα τοπικό πρόβλημα. Πρόκειται για κάτι πιο δομικό, που αφορά τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσουμε και εφαρμόζουμε τις καινοτομίες στην υγεία.
Αυτό το αίσθημα δεν είναι ακριβώς η χαρά της «ανακάλυψης» με την κλασική έννοια, αλλά περισσότερο η αίσθηση ότι σιγά σιγά διαμορφώνεται μια βαθύτερη κατανόηση. Και αυτή η κατανόηση μπορεί να έχει σημαντικό αντίκτυπο, γιατί δεν αφορά απλώς μια θεωρητική ιδέα, αλλά κάτι που μπορεί να βελτιώσει τον τρόπο που σχεδιάζονται οι υπηρεσίες και λαμβάνονται οι αποφάσεις.
Μεθοδολογία: «Ήταν οι μέθοδοί σας συμβατικές ή χρειάστηκε να δημιουργήσετε έναν νέο τρόπο διερεύνησης αυτού του προβλήματος;»
Θα έλεγα ότι δουλεύω συνήθως με έναν συνδυασμό μεθόδων. Δεν με ενδιαφέρει τόσο να επιλέγω μια μέθοδο από θεωρητική προτίμηση, όσο να επιλέγω ή να συνδυάζω τις μεθόδους που είναι καταλληλότερες για το ερευνητικό ερώτημα. Σε αρκετές περιπτώσεις χρησιμοποιώ καθιερωμένες μεθόδους, ποιοτικές και ποσοτικές. Σε άλλες περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν μελετούμε πολύπλοκα οικοσυστήματα ή σχέσεις μεταξύ πολλών φορέων, χρειάζεται να συνδυάζουμε προσεγγίσεις ή να προσαρμόζουμε μεθοδολογικά εργαλεία ώστε να μπορούμε να αποτυπώσουμε καλύτερα την πραγματικότητα.
Για παράδειγμα, όταν μελετούμε ψηφιακά οικοσυστήματα υγείας, δεν αρκεί να εξετάζουμε απλώς την τεχνολογία ή τα τεχνικά πρότυπα. Πρέπει να εξετάζουμε ταυτόχρονα τους ρόλους, τα συμφέροντα, τις προσδοκίες, τις ανισορροπίες ισχύος, τις μορφές συνεργασίας και τη δυνατότητα συναπόφασης μεταξύ των φορέων. Εκεί η έρευνα γίνεται πιο σύνθετη και απαιτεί εργαλεία από την έρευνα υπηρεσιών υγείας, την οργανωσιακή ανάλυση, την κοινωνιοτεχνική προσέγγιση και τη συμμετοχική έρευνα.
Επίσης, επειδή με ενδιαφέρει πολύ η συμμετοχή των εμπλεκόμενων μερών, σε αρκετές περιπτώσεις δεν αρκεί μια κλασική απόσταση ερευνητή και αντικειμένου. Χρειάζεται να δημιουργούνται διαδικασίες διαλόγου, συν-διαμόρφωσης και από κοινού ερμηνείας. Αυτό από μόνο του αλλάζει και τον τρόπο που γίνεται η έρευνα.
Υπέρβαση Εμποδίων: «Ποιο ήταν το μεγαλύτερο εμπόδιο ή η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίσατε κατά τη διάρκεια αυτού του έργου και πώς το ξεπεράσατε;»
Ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια που συναντώ συχνά στα έργα μου δεν είναι η τεχνολογία καθαυτή, αλλά η δυσκολία να φέρεις σε πραγματικό διάλογο φορείς που λειτουργούν με διαφορετικές λογικές, διαφορετικούς χρόνους και διαφορετικές προτεραιότητες. Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά στα έργα ψηφιακής υγείας όπου πρέπει να συνεργαστούν δημόσιοι φορείς, ιδιωτικές εταιρείες, κλινικές μονάδες, διοικητικοί μηχανισμοί και πολίτες.
Το μεγαλύτερο εμπόδιο είναι συχνά η έλλειψη συγχρονισμού. Ο ιδιωτικός τομέας χρειάζεται να κινείται γρήγορα. Η τεχνολογία αλλάζει γρήγορα, ο ανταγωνισμός πιέζει, οι επενδυτές πιέζουν, οι κύκλοι χρηματοδότησης είναι ασφυκτικοί. Αντίθετα, ο δημόσιος τομέας χρειάζεται χρόνο για να εξασφαλίσει συναίνεση, να κινηθεί μέσα στο νομοθετικό πλαίσιο, να περάσει από διοικητικές διαδικασίες, ίσως ακόμη και από αλλαγές νόμων ή εγκρίσεις από διαφορετικά επίπεδα διακυβέρνησης. Αυτή η ασυγχρονία δημιουργεί συχνά μεγάλες δυσκολίες.
Αυτό που βλέπουμε ότι βοηθά περισσότερο είναι ο ανοιχτός και ειλικρινής διάλογος και η ανάπτυξη εμπιστοσύνης μεταξύ των φορέων. Η προηγούμενη καλή συνεργασία είναι ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο. Όπου υπάρχει τέτοιο ιστορικό, οι φορείς είναι πιο πρόθυμοι να μπουν σε νέες συνεργασίες, παρότι αυτές έχουν ρίσκα οικονομικά, τεχνολογικά και οργανωτικά. Όπου λείπει η εμπιστοσύνη, τα προβλήματα πολλαπλασιάζονται. Για αυτό θεωρώ πολύ σημαντικό το να μπορούν οι άνθρωποι να συναντιούνται, να συζητούν ειλικρινά και να δημιουργούν έναν κοινό χώρο κατανόησης. Μερικές φορές ακόμα και οι δια ζώσης συναντήσεις έχουν ιδιαίτερη αξία σε αυτό, περισσότερο από τις καθαρά ψηφιακές.
Εκπαίδευση: «Πέραν της έρευνας ασχολείστε με διδασκαλία; Ποια μαθήματα διδάσκετε; Μπορείτε να κάνετε μια σύγκριση του τρόπου διδασκαλίας και της εξέτασης με αυτά που είχατε βιώσει στην Ελλάδα;»
Η διδασκαλία είναι κάτι που με ενδιαφέρει αλλά λόγω της θέσης μου ως ερευνητής δεν είναι χρησιμοποιώ πολύ χρόνο σε αυτό. Μέσω της θέσης μου ως επίτιμου αναπληρωτή καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Τζίμα στην Αιθιοπία διδάσκω ερευνητικές μεθόδους σε υποψήφιους διδάκτορες του Τμήματος Νοσηλευτικής και επιβλέπω 4 από αυτούς. Στα μαθήματα μου που δυστυχώ είναι διαδικτυακά προσπαθώ να χρησιμοποιώ καινοτόμες μεθόδους που να προωθούν την ενεργό συμμετοχή και την κριτική σκέψη των φοιτητών. Βοηθάει το γεγονός ότι είναι σε διδακτορικό επίπεδο, αλλά παρατηρώ ότι αυτή η προσέγγιση είναι καινούργια για τους φοιτητές.
Στην Ελλάδα, θεωρώ ότι έλαβα πολύ καλό επίπεδο εκπαίδευσης από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά με έμφαση στη θεωρία. Όταν για μια περίοδο δίδασκα πρωτοετείς φοιτητές στη Νορβηγία, συνειδητοποίησα ότι οι φοιτητές νοσηλευτικής στη Νορβηγία έχουν πολύ περισσότερη κλινική εμπειρία, και μάλιστα εκτίθενται σε αυτή από το πρώτο έτος. Η πρακτική τους στο πρώτο έτος ήταν σε δομές πρωτοβάθμιας υγείας όπου και γινόντουσαν μέλη της ομάδας φροντίδας, αναλάμβαναν τη βασική νοσηλευτική φροντίδα των ασθενών και εγώ ως υπεύθυνος για την πρακτική τους από το πανεπιστήμιο τους επισκεπτόμουν στο χώρο εργασίας τους. Ακόμα και τη στολή τους την παρείχε η δομή της πρακτικής τους.
Βραβεύσεις: «Έχετε τιμηθεί με κάποια βραβεία ή διακρίσεις; Παρακαλώ περιγράψτε.»
Για μένα, πέρα από τις κλασικές διακρίσεις, σημαντική μορφή αναγνώρισης είναι η εμπιστοσύνη που δείχνουν οι φορείς και οι συνεργάτες μέσα από την ανάθεση ευθύνης σε απαιτητικά έργα και θέσεις. Το γεγονός ότι μου δόθηκε η ευκαιρία να συντονίσω ένα ευρωπαϊκό έργο, να ηγηθώ ερευνητικής ομάδας στη SINTEF και να αναλάβω ρόλο υποδιευθυντή σε ένα νέο ερευνητικό κέντρο στη Νορβηγία, είναι για μένα ουσιαστικές μορφές αναγνώρισης.
Ιδιαίτερα η πρόσφατη εξασφάλιση χρηματοδότησης για το Κέντρο Προσωποποιημένης Ψηφιακής Προαγωγής Υγείας αποτελεί μια σημαντική επιβεβαίωση της επιστημονικής κατεύθυνσης που ακολουθούμε. Πρόκειται για πολύ ανταγωνιστική χρηματοδότηση με υψηλό κύρος, και η επιτυχία αυτή αντανακλά όχι μόνο τη δική μου πορεία αλλά και των συνεργατών μου, αλλά και τη δύναμη της διεπιστημονικής και συνεργατικής δουλειάς.
3. Επίδραση και άλλα
Ευρύτερη Εικόνα: «Μπορείτε να μας δώσετε 2-3 αναλυτικά παραδείγματα των ερευνών σας. Για παράδειγμα μεγάλα ευρωπαϊκά έργα που συμμετέχετε; Γιατί είναι σημαντικές αυτές οι έρευνες; Ποιους επηρεάζει περισσότερο;»
Ένα πολύ σημαντικό παράδειγμα είναι το ευρωπαϊκό έργο BETTEReHEALTH, στο οποίο ήμουν συντονιστής. Το έργο αυτό αφορούσε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος στην Αφρική και είχε ως στόχο να υποστηρίξει την καλή ανάπτυξη της ηλεκτρονικής και ψηφιακής υγείας. Για μένα, η μεγάλη του σημασία δεν ήταν μόνο το περιεχόμενο των επιμέρους δράσεων, αλλά κυρίως το ότι έδωσε τη δυνατότητα να έρθουν σε επαφή και να συζητήσουν άνθρωποι που συνήθως δεν βρίσκονται εύκολα στον ίδιο χώρο.
Στο πλαίσιο του έργου ήρθαμε σε επαφή με επαγγελματίες υγείας, ασθενείς, στελέχη υπουργείων υγείας, άλλους δημόσιους φορείς και εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην ψηφιακή υγεία. Ίσως από τις πιο σημαντικές διαστάσεις του έργου ήταν ακριβώς ότι αυτοί οι άνθρωποι μπόρεσαν να βρεθούν «γύρω από το ίδιο τραπέζι» και να συζητήσουν για το μέλλον της ψηφιακής υγείας στη χώρα τους. Παράλληλα, δημιουργήθηκε η δυνατότητα ανταλλαγής εμπειριών μεταξύ χωρών της ίδιας ή παρόμοιας γεωγραφικής περιοχής, κάτι που ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο γιατί οι λύσεις και οι προκλήσεις συχνά έχουν κοινά στοιχεία.
Από αυτές τις συζητήσεις αντλήσαμε πολύτιμο υλικό και το μετατρέψαμε σε πιο εξειδικευμένες προτάσεις για πολιτικές στον χώρο της ψηφιακής υγείας, δηλαδή σε προτάσεις για το πώς θα πρέπει να διαμορφώνονται οι στρατηγικές και πώς μπορούν να βελτιωθούν συγκεκριμένα οι πολιτικές αποφάσεις. Το έργο ήταν σημαντικό γιατί επηρέαζε όχι μόνο τους άμεσους συμμετέχοντες, αλλά συνολικά το πώς μια χώρα μπορεί να σκεφτεί πιο στρατηγικά την ανάπτυξη της ψηφιακής υγείας.
Ένα δεύτερο παράδειγμα είναι ένα ερευνητικό πρόγραμμα στη Βόρεια Νορβηγία, όπου προσπαθούμε να υποστηρίξουμε την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ διαφορετικών συστημάτων υγείας. Στη Νορβηγία, όπως και σε πολλές άλλες χώρες, υπάρχουν διαφορετικά «σιλό» πληροφοριών. Για παράδειγμα, διαφορετικά συστήματα λειτουργούν στα νοσοκομεία, διαφορετικά στους δήμους και υπάρχουν και άλλοι προμηθευτές που δίνουν υπηρεσίες εκτός αυτών των δύο βασικών επιπέδων πχ στην παρακολούθηση ασθενών στο σπίτι. Στο συγκεκριμένο έργο προσπαθούμε να δοθεί πρόσβαση στο νοσοκομείο σε πληροφορίες που υπάρχουν στους ηλεκτρονικούς φακέλους του δήμου και αντίστροφα.
Αυτό είναι πολύ σημαντικό πρακτικά. Για παράδειγμα, όταν ένας ασθενής έρχεται στο νοσοκομείο από ένα γηροκομείο ή από κατ’ οίκον φροντίδα του δήμου, είναι εξαιρετικά χρήσιμο ο γιατρός και ο νοσηλευτής του νοσοκομείου να γνωρίζουν ήδη το ιστορικό, τα προβλήματα και την κατάσταση του ασθενούς χωρίς να χρειάζεται να ξαναρχίσουν από το μηδέν ή χωρίς να χαθεί πολύτιμος χρόνος σε κρίσιμες καταστάσεις. Το ίδιο ισχύει και για συστήματα παρακολούθησης ασθενών στο σπίτι, τα οποία συχνά δεν είναι επαρκώς ενταγμένα στα συστήματα του νοσοκομείου.
Το ενδιαφέρον σε αυτό το έργο είναι ότι το τεχνολογικό κομμάτι, σε μεγάλο βαθμό, είναι ήδη λυμένο. Υπάρχουν διεθνή πρότυπα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Το πρόβλημα είναι κυρίως οργανωτικό, κοινωνικοτεχνικό και συνεργατικό. Δηλαδή πώς όλοι αυτοί οι φορείς, οι εταιρείες, οι δήμοι, τα νοσοκομεία, οι δημόσιες αρχές, μπορούν να συνεργαστούν ώστε η ανταλλαγή δεδομένων να γίνεται με ασφαλή, νόμιμο και βιώσιμο τρόπο. Αυτό ακριβώς είναι που κάνει το έργο ενδιαφέρον ερευνητικά: δεν μελετάμε απλώς την τεχνολογία, αλλά το οικοσύστημα συνεργασίας γύρω από την τεχνολογία.
Ένα τρίτο πολύ σημαντικό πεδίο είναι το νέο Κέντρο Προσωποποιημένης Ψηφιακής Προαγωγής Υγείας. Εκεί το ερώτημα δεν είναι μόνο πώς δημιουργούνται ψηφιακά εργαλεία, αλλά πώς μπορούν να ενταχθούν σε ένα βιώσιμο, συνεργατικό οικοσύστημα που θα περιλαμβάνει δημόσιο τομέα, ιδιωτικό τομέα, πολίτες, ερευνητές και φορείς υγείας. Αυτό το θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό για το μέλλον, γιατί δείχνει μια μετάβαση από τη λογική του μεμονωμένου εργαλείου ή του μεμονωμένου έργου, σε μια πιο συστημική αντίληψη της καινοτομίας.
Πρακτική Εφαρμογή: «Ποιες είναι οι πρακτικές εφαρμογές αυτών των ευρημάτων στα επόμενα 5–10 χρόνια;»
Πιστεύω ότι τα επόμενα 5 έως 10 χρόνια τα ευρήματα αυτά μπορούν να επηρεάσουν πρακτικά τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζουμε υπηρεσίες υγείας, τον τρόπο με τον οποίο οργανώνουμε συνεργασίες και τον τρόπο με τον οποίο εντάσσουμε τις ψηφιακές λύσεις στην καθημερινή φροντίδα.
Αν κατανοήσουμε πραγματικά ότι η επιτυχία μιας καινοτομίας εξαρτάται από τη συμμετοχή των εμπλεκόμενων φορέων, τότε θα σχεδιάζουμε τις υπηρεσίες με πιο συμμετοχικό τρόπο. Θα δίνουμε περισσότερο χώρο στους ασθενείς και στους πολίτες, που είναι ίσως η ομάδα που πιο συχνά παραβλέπεται. Θα ενισχυθεί επίσης η ουσιαστική συμμετοχή του προσωπικού υγείας, ώστε να μη δημιουργούνται λύσεις που στην πράξη δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες της κλινικής καθημερινότητας.
Επιπλέον, η κατανόηση των οικοσυστημάτων υγείας μπορεί να οδηγήσει σε πιο αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Αν αναπτυχθούν καλύτερα μοντέλα διακυβέρνησης, εμπιστοσύνης και ανταλλαγής δεδομένων, τότε θα μπορεί η καινοτομία να εντάσσεται πιο γρήγορα και πιο σταθερά στο σύστημα υγείας.
Παρεξηγήσεις: «Τι είναι αυτό που συχνά παρανοούν οι άνθρωποι σχετικά με τα συγκεκριμένα θέματα;»
Μία από τις μεγαλύτερες παρανοήσεις είναι ότι η ψηφιακή υγεία αφορά κυρίως την τεχνολογία. Ότι αν βρούμε το σωστό σύστημα, το σωστό λογισμικό ή την πιο σύγχρονη πλατφόρμα, το πρόβλημα λύνεται. Στην πραγματικότητα, πολύ συχνά το τεχνολογικό κομμάτι είναι το πιο εύκολο ή τουλάχιστον όχι το πιο δύσκολο.
Αυτό που συνήθως παρανοούν οι άνθρωποι είναι πόσο σημαντικές είναι οι σχέσεις μεταξύ των φορέων, η εμπιστοσύνη, ο διάλογος, οι διαφορετικοί ρυθμοί λειτουργίας των οργανισμών, οι ανισορροπίες ισχύος και η δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών. Αν δεν αντιμετωπιστούν αυτά, ακόμη και μια τεχνολογικά άρτια λύση μπορεί να αποτύχει.
Αντιπαραθέσεις/Διαφωνίες: «Υπάρχει κάποια διαφωνία στον χώρο για τα συμπεράσματά σας; Ποιες είναι οι αντίθετες απόψεις; Υπάρχουν θέματα που σας προβλημάτισαν λόγω παραπληροφόρησης, όπως για παράδειγμα ο εμβολιασμός. Πώς τα αντιμετωπίσατε;»
Στον χώρο της ψηφιακής υγείας υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις. Υπάρχουν άνθρωποι και φορείς που πιστεύουν ότι η τεχνολογική πρόοδος από μόνη της αρκεί και ότι η αγορά ή οι μεγάλες εταιρείες μπορούν να επιβάλουν τις λύσεις που τελικά θα κυριαρχήσουν. Υπάρχει επίσης η αντίληψη ότι η συμμετοχική διαδικασία είναι χρήσιμη μεν, αλλά συχνά πολύ αργή ή πολύ πολύπλοκη.
Η δική μου θέση είναι ότι χωρίς ουσιαστική συμμετοχή, χωρίς εμπιστοσύνη και χωρίς μια ισορροπημένη σχέση μεταξύ των φορέων, η πρόοδος αυτή θα είναι εύθραυστη, άνιση και πιθανόν προβληματική. Η διαφωνία επομένως δεν είναι μόνο τεχνική. Είναι σε μεγάλο βαθμό πολιτική, οργανωτική και αξιακή.
Προκλήσεις από την εφαρμογή της Τεχνητής Νοημοσύνης στην Εκπαίδευση, Έρευνα και στην Υγεία. Περιγράψτε.
Η τεχνητή νοημοσύνη είναι αναμφίβολα ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και δυναμικά πεδία για το μέλλον της υγείας. Το βασικό όμως ερώτημα δεν είναι απλώς αν θα εφαρμοστεί, αλλά με ποιους όρους θα εφαρμοστεί. Πώς θα εξασφαλίσουμε ότι θα χρησιμοποιηθεί με τρόπο που θα διορθώνει ανισότητες αντί να δημιουργεί νέες; Πώς θα διασφαλίσουμε ότι θα εφαρμοστεί με ασφαλή, ηθικό και κοινωνικά αποδεκτό τρόπο;
Η τεχνητή νοημοσύνη έχει μεγάλες δυνατότητες να εξοικονομήσει χρόνο και πόρους από το σύστημα υγείας. Αυτοί οι πόροι θα μπορούσαν να επενδυθούν αλλού, ώστε να καλυφθούν περισσότεροι ασθενείς πιο αποτελεσματικά. Θα μπορούσε επίσης να αφαιρέσει μέρος του φόρτου από τους επαγγελματίες υγείας και να τους δώσει περισσότερο χώρο για τη φροντίδα που απαιτεί ανθρώπινη παρουσία, κρίση και ενσυναίσθηση.
Παράλληλα όμως υπάρχουν σοβαρά ζητήματα εξάρτησης, ασφάλειας και γεωπολιτικής. Οι χώρες πρέπει να είναι πιο συνειδητοποιημένες σχετικά με το από ποια συστήματα και από ποιες εταιρείες εξαρτώνται, ιδιαίτερα σε έναν τόσο κρίσιμο τομέα όπως η υγεία. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλές ευρωπαϊκές χώρες εξακολουθούν να εξαρτώνται σε πολύ μεγάλο βαθμό από αμερικανικές εταιρείες, ακόμη και όταν προσπαθούν να εξασφαλίσουν ευρωπαϊκή αποθήκευση δεδομένων. Η τεχνολογία μπορεί να φιλοξενείται στην Ευρώπη, αλλά η εξάρτηση από εξωευρωπαϊκούς παρόχους παραμένει. Το ζήτημα αυτό δεν είναι καθαρά τεχνικό. Έχει να κάνει με την ψηφιακή κυριαρχία, την ανθεκτικότητα και τη στρατηγική αυτονομία των συστημάτων υγείας.
4. Το Μέλλον & Συμβουλές
Επόμενα Βήματα: «Ποιο είναι το επόμενο μεγάλο ερώτημα που καλείται να απαντήσει η ερευνητική ομάδα σας;»
Αυτό που με ενδιαφέρει ιδιαίτερα αυτή τη στιγμή, και στο οποίο προσπαθώ να εστιάσω όλο και περισσότερο τις ερευνητικές μου προσπάθειες, είναι να δούμε τον χώρο της ψηφιακής υγείας ως ένα οικοσύστημα. Δηλαδή όχι ως ένα σύνολο μεμονωμένων εργαλείων ή ως μια σειρά αποσπασματικών έργων, αλλά ως έναν χώρο όπου συνυπάρχουν δημόσιοι φορείς, ιδιωτικοί φορείς, επαγγελματίες υγείας, πολίτες, ερευνητές και τεχνολογικοί προμηθευτές.
Το μεγάλο ερώτημα είναι πώς αυτοί οι φορείς μπορούν να συνυπάρχουν, να έχουν διάλογο, να συναποφασίζουν και να συμβάλλουν σε μια ισορροπημένη ανάπτυξη της ψηφιακής υγείας. Και επιπλέον πώς αυτή η ανάπτυξη μπορεί να είναι διατηρήσιμη και όχι προσωρινή, δηλαδή πώς μπορεί να δημιουργηθεί ένα μοντέλο που θα επιτρέπει στον χώρο να εξελίσσεται συνεχώς χωρίς να εξαρτάται από αποσπασματικές πρωτοβουλίες.
Ένας από τους πιο δύσκολους ρόλους να ενταχθούν ουσιαστικά σε αυτό το οικοσύστημα είναι ο ρόλος του ασθενή ή του πολίτη. Πολύ συχνά δεν υπάρχει χρόνος, χώρος ή κατάλληλη διαδικασία για να συμπεριληφθούν πραγματικά. Ταυτόχρονα, παρατηρούμε συχνά ελλιπή διάλογο και καχυποψία μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, αλλά και ανάμεσα σε διαφορετικούς δημόσιους φορείς ή μεταξύ ιδιωτικών φορέων.
Το Μέλλον του Κλάδου: «Πού βλέπετε να κατευθύνεται ο κλάδος τα επόμενα δέκα χρόνια;»
Πιστεύω ότι η ψηφιακή υγεία τα επόμενα δέκα χρόνια θα κινηθεί περισσότερο προς τη λογική των οικοσυστημάτων και λιγότερο προς τη λογική των μονοπωλιακών ή πλήρως κλειστών λύσεων. Δηλαδή θα απομακρυνθούμε από το μοντέλο όπου μία μεγάλη εταιρεία προσπαθεί να καλύψει όλες τις ανάγκες ενός νοσοκομείου ή ενός φορέα υγείας και θα κατευθυνθούμε προς ένα περιβάλλον όπου πολλές διαφορετικές εταιρείες και λύσεις θα συνεργάζονται μεταξύ τους.
Αυτές οι εταιρείες θα μπορούν να είναι πολύ καλές σε συγκεκριμένες λειτουργίες ή να καλύπτουν πολύ συγκεκριμένες ανάγκες, ενώ η συνεργασία τους θα επιτρέπει αποτελεσματική και ασφαλή ανταλλαγή δεδομένων. Ο χρήστης θα έχει ένα πιο φιλικό και ενιαίο περιβάλλον, χωρίς να χρειάζεται να αντιλαμβάνεται κάθε αλλαγή συστήματος ή να κάνει διαφορετική σύνδεση σε κάθε εφαρμογή. Από πίσω όμως θα λειτουργούν πολλά εξειδικευμένα συστήματα, το καθένα υπεύθυνο για ένα συγκεκριμένο κομμάτι.
Αυτό έχει και σημαντικά πλεονεκτήματα ασφάλειας και ανθεκτικότητας. Αν μια εταιρεία έχει πρόβλημα, δεν θα παραλύει όλο το σύστημα. Επίσης, εφόσον η συνεργασία θα βασίζεται σε κοινά πρότυπα, θα είναι πιο εύκολο να αντικατασταθούν επιμέρους λύσεις χωρίς να χάνονται τα δεδομένα ή να εγκλωβίζεται ένα σύστημα σε έναν πάροχο.
Πιστεύω ότι μέσα σε αυτό το περιβάλλον θα βρει τη θέση της και η τεχνητή νοημοσύνη, είτε ως μέρος ήδη υπαρχόντων συστημάτων είτε ως νέος τύπος λύσεων. Το κρίσιμο όμως είναι να κινηθούμε προς οικοσυστήματα και όχι προς νέα μονοπώλια.
Συμβουλή: «Τι συμβουλή θα δίνατε σε έναν νέο ερευνητή που ξεκινά τώρα στον κλάδο; Τι θα λέγατε σε έναν νέο Έλληνα επιστήμονα; Να προσπαθήσει να κάνει καριέρα στο εξωτερικό ή να παραμείνει στην Ελλάδα και να προσπαθήσει; Ήταν εύκολη η πορεία στο εξωτερικό; Εσείς σκέφτεστε να επιστρέψετε στην Ελλάδα και να συνεχίσετε την καριέρα σας;»
Η βασική συμβουλή που θα έδινα σε έναν νέο ερευνητή είναι να επιδιώξει από νωρίς την επαφή με άλλες ερευνητικές ομάδες, τόσο εντός όσο και εκτός Ελλάδας. Πάντα υπάρχει κάτι πολύτιμο να μάθει κανείς μέσα από τη συνεργασία. Θα τον ενθάρρυνα επίσης να μη φοβάται να έρθει σε επικοινωνία με σημαντικά πρόσωπα του κλάδου, για παράδειγμα με ερευνητές που είναι συγγραφείς σημαντικών δημοσιεύσεων και που διαμορφώνουν τη συζήτηση στο επιστημονικό πεδίο που τον ενδιαφέρει. Πολύ συχνά οι νέοι επιστήμονες διστάζουν να κάνουν αυτό το βήμα, αλλά στην πράξη τέτοιες επαφές μπορούν να ανοίξουν δρόμους, να οδηγήσουν σε συνεργασίες και να προσφέρουν πολύτιμη καθοδήγηση.
Υπάρχουν ασφαλώς ευκαιρίες και στο εξωτερικό για να αποκτήσει κανείς εμπειρία, αλλά είναι δύσκολο για μένα να απαντήσω με έναν απόλυτο τρόπο αν ένας νέος Έλληνας επιστήμονας πρέπει να επιδιώξει καριέρα στο εξωτερικό ή να παραμείνει στην Ελλάδα και να προσπαθήσει εκεί. Σίγουρα είναι πολύ σημαντικό να παραμένουν καλοί ερευνητές στην Ελλάδα και να ενισχύουν το επιστημονικό της δυναμικό. Από την άλλη πλευρά, η δική μου εντύπωση είναι ότι το ελληνικό σύστημα συχνά δεν μπορεί να προσφέρει ούτε τους πόρους ούτε τους ρυθμούς που απαιτεί η σύγχρονη έρευνα. Παρ’ όλα αυτά, οι Έλληνες επιστήμονες που εργάζονται στην Ελλάδα έχουν πολύ καλή φήμη διεθνώς, είναι ελκυστικοί συνεργάτες σε ευρωπαϊκά προγράμματα και έχουν επίσης σημαντική παρουσία στη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία.
Ίσως, λοιπόν, η βασική συμβουλή να μην αφορά μόνο τον νέο Έλληνα επιστήμονα, αλλά και το ίδιο το σύστημα. Θα ήταν πολύ σημαντικό το ελληνικό ερευνητικό και ακαδημαϊκό περιβάλλον να γίνει πιο αξιοκρατικό, να δίνει ουσιαστικές ευκαιρίες τόσο στους νέους όσο και στους πιο έμπειρους επιστήμονες, και να προσφέρει πιο ελκυστικές συνθήκες εργασίας. Για παράδειγμα, στη Νορβηγία οι διδακτορικοί φοιτητές αμείβονται αρκετά καλά από την πρώτη ημέρα. Δεν αντιμετωπίζονται απλώς ως φοιτητές, αλλά περισσότερο ως εργαζόμενοι, κάτι που επιτρέπει σε κάποιον να είναι ταυτόχρονα διδακτορικός φοιτητής και να μπορεί να χτίσει και την προσωπική ή οικογενειακή του ζωή. Επιπλέον, η χρηματοδότηση δεν είναι απόλυτα προβλέψιμη, αλλά είναι σε ικανοποιητικό βαθμό σταθερή και το σύστημα λειτουργεί με μεγαλύτερη αξιοκρατία. Υπάρχει επίσης η δυνατότητα ακόμη και για ανθρώπους που δεν είναι Νορβηγοί να εξελιχθούν και να κάνουν καριέρα, όπως συνέβη και στη δική μου περίπτωση.
Σύγκριση: «Έχοντας βιώσει το σύστημα υγείας στη Νορβηγία, θα μπορούσατε να το συγκρίνετε εν συντομία με άλλα ευρωπαϊκά συστήματα υγείας ή και με το ελληνικό;»
Στη Νορβηγία το σύστημα υγείας έχει σε γενικές γραμμές δύο βασικά επίπεδα. Υπάρχει το επίπεδο των δήμων, που έχει μεγάλη ευθύνη για την πρωτοβάθμια φροντίδα, τη φροντίδα παιδιών, τη γηριατρική φροντίδα, την κατ’ οίκον φροντίδα και γενικότερα πολλές κοινωνικές και κοινοτικές υπηρεσίες. Και υπάρχει το επίπεδο των νοσοκομείων, που είναι πιο εξειδικευμένο και χρηματοδοτείται κεντρικά από το κράτος. Σημαντικό ρόλο στην πρωτοβάθμια φροντίδα παίζει ο οικογενειακός ιατρός. Όλοι έχουν οικογενειακός γιατρό και είναι το πρώτο σημείο αναφοράς για όλα σχεδόν τα θέματα υγείας, ψυχικών και σωματικών. Αν και έχει κάποιες αδυναμίες, το σύστημα λειτουργεί αρκετά καλά κατά τη γνώμη μου (και όπως δείχνει και το προσδόκιμο επιβίωσης της Νορβηγίας). Τα παιδιά έχουν δωρεάν φροντίδα υγείας, αλλά οι ενήλικες πληρώνουν μία μικρή συμμετοχή σε κάθε επαφή τους με το σύστημα υγείας. Όμως το μέγιστο ποσό που θα κληθεί ο καθένας να πληρώσει μέσα σε ένα χρόνο είναι 3278 Νορβηγικές κορώνες. Μετά από αυτό το ποσό, όλες οι υπηρεσίες είναι δωρεάν. Και αυτό το σύστημα κατά τη γνώμη μου λειτουργεί πολύ καλά. Οι δημόσιες υπηρεσίες έχουν πολύ καλή φήμη, αν και συχνά δημιουργούνται μεγάλες λίστες αναμονής. Αντίστοιχα λαμβάνονται πρωτοβουλίες για τη μείωση της αναμονής, με διάφορους τρόπους και αρκετά επιτυχημένα. Στο πλαίσιο αυτό είναι και σχετική η έρευνα μου στο θέμα των ασθενών που δεν εμφανίζονται στα ραντεβού τους, καθώς αυτό αυξάνει τη λίστα αναμονής.
Πρόσφατα υπήρχε μια καμπάνια την οποία στήριξε και ο Ιατρικός Σύλλογος της Νορβηγίας για να μειωθεί η χρήση μαγνητικής και αξονικής τομογραφίας, πχ. σε περίπτωση πόνου της μέσης. Αυτό πιστεύω θα ξένιζε στην Ελλάδα, αλλά στηρίζεται στη σύγχρονη βιβλιογραφία.
Σχετικά με τις δύο βαθμίδες υγείας της Νορβηγίας: Αυτό που είναι ενδιαφέρον είναι ότι υπάρχει διαφορά τόσο στη χρηματοδότηση όσο και στην ισορροπία ισχύος μεταξύ αυτών των δύο επιπέδων. Τα νοσοκομεία έχουν σήμερα σαφώς καλύτερη χρηματοδότηση και συχνά μεγαλύτερη θεσμική ισχύ. Αντίθετα, οι δήμοι έχουν περιορισμένους πόρους, παρότι έχουν μεγάλες ευθύνες. Αυτή η ανισορροπία επηρεάζει πολύ και το πώς συνεργάζονται οι δύο πλευρές. Είναι ένα πολύ ενδιαφέρον πλαίσιο για την έρευνα υπηρεσιών υγείας και για τα έργα που προσπαθούν να γεφυρώσουν τα διαφορετικά επίπεδα φροντίδας μέσω ψηφιακών λύσεων.
5. Επίλογος
Ανοιχτή Ερώτηση: «Υπάρχει κάτι που δεν ρώτησα και θεωρείτε σημαντικό να μοιραστείτε μαζί μας;»
Νομίζω ότι εκτός από τα θέματα της ψηφιακής υγείας, των οικοσυστημάτων και της τεχνητής νοημοσύνης, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να αναφερθεί και ο Ευρωπαϊκός Χώρος Δεδομένων Υγείας, ο European Health Data Space, που προχωρά όλο και περισσότερο. Είναι μια πολύ σημαντική και φιλόδοξη πρωτοβουλία, που έχει τη δυνατότητα να βελτιώσει πολύ τη φροντίδα των πολιτών και των ασθενών στην Ευρώπη, για παράδειγμα όταν ταξιδεύουν ή μετακινούνται μεταξύ χωρών.
Όμως και αυτή η πρωτοβουλία πρέπει να εφαρμοστεί με τρόπο που να συμφέρει πραγματικά όλους τους Ευρωπαίους πολίτες και να μην παραμείνει ένα τεχνοκρατικό εγχείρημα αποκομμένο από την κοινωνία. Για αυτό θεωρώ πολύ σημαντικό και οι πολίτες της Ελλάδας να είναι ενημερωμένοι για το θέμα και να συμμετέχουν όσο γίνεται στις σχετικές συζητήσεις και στις διαδικασίες διαμόρφωσης πολιτικών.
Θα ήθελα επίσης να τονίσω τη σημασία της ελληνικής πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Παρότι δεν υπάρχουν πάντα αρκετοί πόροι και παρότι συχνά οι συνθήκες είναι δύσκολες, το επίπεδο σπουδών μπορεί να είναι αρκετά υψηλό. Το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά και άλλοι δημόσιοι ακαδημαϊκοί φορείς, προσφέρουν εκπαίδευση και συχνά έρευνα υψηλού επιπέδου. Ελπίζω να λειτουργούν αξιοκρατικά και να δίνουν ευκαιρίες και ερευνητές και προσωπικό που δεν προέρχεται από την Ελλάδα.
Τέλος, αν έπρεπε να συνοψίσω όλη τη μέχρι τώρα πορεία μου, θα έλεγα ότι το βασικό νήμα που τη διαπερνά είναι η προσπάθεια να φέρω σε δημιουργικό διάλογο διαφορετικούς κόσμους: την υγεία και την τεχνολογία, την κλινική πράξη και την έρευνα, τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, την Ευρώπη και τις χώρες χαμηλού εισοδήματος, την καινοτομία και την κοινωνική ευθύνη. Αυτό είναι κάτι που ξεκίνησε πολύ νωρίς στη δική μου διαδρομή και παραμένει μέχρι σήμερα στο κέντρο της δουλειάς μου.
Ευχαριστίες
Θα ήθελα να ευχαριστήσω την οικογένειά μου και τους φίλους μου που μου έχουν σταθεί σε αυτήν την πορεία. Ανέφερα τον πατέρα μου ως έμπνευση για την ενασχόληση με την υγεία, αλλά και η μητέρα μου είναι πρότυπο για μένα, σε πολλούς τομείς, όπως η ισορροπία μεταξύ καριέρας και προσωπικής ζωής, ανατροφής των παιδιών και γενικότερα στάσης ζωής. Επίσης, κάποιους από τις δασκάλες και τους δασκάλους που έχω συναντήσει που έχουν παίξει έναν καθοριστικό ρόλο στη ζωή μου. Το προσωπικό του Τμήματος Νοσηλευτικής του Πανεπιστημίου Αθηνών ήταν επίσης σε μεγάλο βαθμό σημαντικά πρότυπα και υπήρξαν καθοριστικοί για την καριέρα μου ως νοσηλευτής και ως ερευνητής. Και φυσικά τους συναδέλφους μου στη Νορβηγία που με στήριξαν και με βοήθησαν στην καριέρα μου εδώ.
Συνέντευξη στη Marianna Diomidous MD, RN, MPH, MSc, PhD
Professor Emeritus of Epidemiology & Public Health
Department of Public Health
Faculty of Nursing
National and Kapodistrian University of Athens
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος