Στην αναγκαιότητα διαλόγου μεταξύ των δύο χωρών, με γνώμονα τον σεβασμό στο Διεθνές Δίκαιο, αναφέρθηκε κατά τη διάρκεια των δηλώσεων που έκανε μετά τη συνάντηση με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Η συνάντηση έγινε στα πλαίσια της 6ης Συνόδου του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας, στην Άγκυρα.
Ο πρωθυπουργός δήλωσε πως πρέπει να αρθεί «κάθε απειλή, τυπική και ουσιαστική», μία σαφής αναφορά στο casus belli και οι δύο χώρες να εργασθούν για την εμπέδωση της περιφερειακής σταθερότητας.
«Εκ μέρους και της ελληνικής αντιπροσωπείας, να σας ευχαριστήσω για την πολύ θερμή υποδοχή και την, όπως πάντα, όταν επισκέπτομαι τη χώρα σας, άψογη φιλοξενία. Και η παρουσία μας εδώ, στην Άγκυρα, στην 6η Σύνοδο του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδος-Τουρκίας, σηματοδοτεί, νομίζω, την ίδια τη σημασία του γεγονότος. Επιβεβαιώνοντας, πριν απ’ όλα, όπως είπατε, την αξία που έχουν ο διάλογος αλλά και οι σχέσεις καλής γειτονίας, ιδίως σε ένα ρευστό και συνεχώς μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον. Με τον Πρόεδρο Ερντογάν, είχαμε την ευκαιρία να κάνουμε έναν αναλυτικό, συνολικό απολογισμό των διμερών μας σχέσεων τα τελευταία δύο και κάτι χρόνια, καθώς το 2023 κάναμε μια στρατηγική επιλογή να εντάξουμε τις επαφές μας σε μια δομημένη προσέγγιση τριών πυλώνων: τον πολιτικό διάλογο, τη θετική ατζέντα, η οποία αποτυπώθηκε και στις σημερινές μας συνομιλίες, και τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης», είπε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στην έναρξη των κοινών δηλώσεών του με τον Πρόεδρο της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μετά τις εργασίες του 6ου Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδος -Τουρκίας, στην Άγκυρα.
«Και μέσα από αυτήν τη διαδικασία, πράγματι αποκαταστήσαμε ένα σαφές πλέγμα συναντήσεων και ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας προς όφελος των δύο λαών. Ενώ με μέριμνα του υπουργείου Εξωτερικών, καθιερώσαμε ένα νέο υπόδειγμα άμεσης συνεργασίας με στόχο μια αμοιβαία επωφελή, αλλά πρωτίστως μια λειτουργική σχέση. Ως γειτονικές χώρες, άλλωστε, κ. Πρόεδρε, Ελλάδα και Τουρκία, Τουρκία και Ελλάδα, καλούμαστε να διαχειριζόμαστε τα προβλήματά μας με ψυχραιμία και με υπευθυνότητα. Μιλώντας με ειλικρίνεια και έχοντας πάντα σταθερή αναφορά το διεθνές δίκαιο», σημείωσε ο πρωθυπουργός.
«Ακόμα και όταν διαφωνούμε, είναι σημαντικό να μην οδηγούμαστε σε κρίσεις και σε εντάσεις. Και θέλω να επαναλάβω ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα δυτική, είμαστε πάντα προσανατολισμένοι στο διάλογο, ο οποίος θα πρέπει να διεξάγεται με καλή πίστη και αμοιβαίο σεβασμό», τόνισε.
Στη συνέχεια, αναφερόμενος στη συνεργασία Ελλάδας-Τουρκίας, ο πρωθυπουργός σημείωσε:
«Και είναι αλήθεια ότι η προσπάθεια αυτή έχει ήδη αποδώσει, αποτρέποντας εντάσεις που στο παρελθόν δοκίμασαν τις σχέσεις μας. Πριν από λίγες εβδομάδες, μάλιστα, πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα νέος γύρος του πολιτικού διαλόγου και θετικής ατζέντας με εξαιρετικά ενθαρρυντικά αποτελέσματα. Παράλληλα, οριστικοποιήθηκαν και οι ετήσιες δράσεις στο πλαίσιο των μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης, ενώ σήμερα, παρουσία πολλών υπουργών μας, συμφωνήσαμε σε μια σειρά από νέες κοινές πρωτοβουλίες που διευρύνουν το πεδίο της διμερούς συνεργασίας.
Είναι ιδιαίτερα επιτυχημένη η συνεργασία μας σχετικά με το πρόγραμμα προσωρινής έκδοσης θεωρήσεων βραχείας διαμονής για Τούρκους επισκέπτες και τις οικογένειές τους σε 12 νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Και μόλις τον τελευταίο χρόνο, εκατοντάδες χιλιάδες φίλοι Τούρκοι ταξίδευσαν στα ελληνικά νησιά και έτσι φέρνουμε και τους λαούς μας πιο κοντά. Συμφωνήσαμε, μάλιστα, η Ελλάδα να ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την ανανέωση του προγράμματος».
Μιλώντας για τη συνεργασία στο μεταναστευτικό, ο πρωθυπουργός είπε:
«Αναφερθήκατε, κύριε Πρόεδρε, το συζητήσαμε και στο Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας, την πάρα πολύ καλή συνεργασία που έχουμε στο ζήτημα του μεταναστευτικού. Οι ροές στο Ανατολικό Αιγαίο έχουν μειωθεί, μόλις το τελευταίο χρόνο, κατά σχεδόν 60%. Και είναι το αποτέλεσμα της συστηματικής φύλαξης των χερσαίων και των θαλασσίων συνόρων, αλλά και του βελτιωμένου συντονισμού μεταξύ των δύο χωρών. Είναι κάτι που μπορεί και πρέπει να ενισχυθεί περαιτέρω.
Όπως μας υπενθύμισε το πρόσφατο τραγικό περιστατικό στα ανοιχτά της Χίου. Η καταπολέμηση των απάνθρωπων δικτύων των διακινητών οφείλει να είναι σταθερός, διαχρονικός στόχος των δύο κρατών μας.
Σταθερός στόχος πρέπει να είναι και η διεύρυνση της συμπόρευσης σε άλλα πεδία, όπως είναι το διμερές εμπόριο. Έχουμε θέσει έναν φιλόδοξο στόχο να φτάσουμε τα δέκα δισεκατομμύρια στο διμερές εμπόριο. Δεν είναι τυχαίο, μάλιστα, ότι η Ελλάδα αναβαθμίζει τις υποδομές των συνοριακών της σταθμών, τόσο στις Καστανιές όσο και στους Κήπους».
«Και βέβαια, να τονίσω και τη μεγάλη σημασία που αποδίδω στις δράσεις της πολιτικής προστασίας, όχι μόνο γιατί αφορούν στην αντιμετώπιση κοινών κινδύνων από την κλιματική κρίση, αλλά γιατί πιστεύω, κύριε Πρόεδρε, ότι θα μπορούσαν να αποτελέσουν και ένα μοντέλο γενικότερης περιφερειακής συνεργασίας», συμπλήρωσε.
«Όλα τα παραπάνω αποτελούν, αναμφίβολα, επιτεύγματα και βήματα προόδου, δεν ήταν καθόλου αυτονόητα, ούτε δεδομένα. Αντίθετα, προέκυψαν χάρη στην πολιτική βούληση και στη συστηματική προσπάθεια των δύο πλευρών.
Αναδεικνύοντας στην πράξη ότι, ναι, μπορούμε να διατηρούμε ένα λειτουργικό πλαίσιο διμερούς συνεργασίας, ταυτόχρονα όμως να συμβάλλουμε, από κοινού, στη σταθερότητα μιας ευρύτερης περιοχής που δοκιμάζεται από πολλαπλές κρίσεις», είπε.
Επιπλέον, ο πρωθυπουργός ανέφερε: «Γνωρίζουμε, βεβαίως, ότι υπάρχουν σημαντικές διαφωνίες, με την ελληνική θέση να παραμένει σταθερή ότι η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών, υφαλοκρηπίδας και αποκλειστικής οικονομικής ζώνης στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο να αποτελεί τη μόνη διαφορά η οποία θα μπορούσε να οδηγηθεί ενώπιον ενός διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου, με βάση το διεθνές δίκαιο και ειδικότερα το δίκαιο της θάλασσας. Και εύχομαι ειλικρινά, κύριε Πρόεδρε, και να συμμεριστώ και τη δική σας αισιοδοξία ότι οι συνθήκες θα επιτρέψουν μια εξέλιξη προς αυτή την κατεύθυνση».
«Και γι’ αυτό, και πιστεύω, κύριε Πρόεδρε, ότι το ίδιο πνεύμα, με τη θετική εμπειρία η οποία έχει μεσολαβήσει, ότι είναι καιρός πια να έρθει κάθε απειλή, τυπική και ουσιαστική, στις μεταξύ μας σχέσεις. Αν όχι τώρα, πότε;», τόνισε ο πρωθυπουργός.
Για το Κυπριακό ο Κυριάκος Μητσοτάκης είπε: «Με τον Πρόεδρο συζητήσαμε επίσης και τις εξελίξεις στο Κυπριακό, όπου η ελληνική θέση παραμένει σαφής. Οι πρωτοβουλίες του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ δημιουργούν ένα παράθυρο ευκαιρίας, ώστε να επανεκκινήσει ένας ουσιαστικός διάλογος από εκεί που διεκόπη το 2017, σε μια διαδικασία η οποία βεβαίως πρέπει να κινείται πάντα στο πλαίσιο των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας. Και το ίδιο καθαρή είναι και η οπτική μας για τις μειονότητες στα δύο κράτη».
«Ξέρετε καλά, κύριε Πρόεδρε, το έχουμε συζητήσει πολλές φορές, ότι το καθεστώς τους προσδιορίζεται με απόλυτη σαφήνεια από τη συνθήκη της Λωζάννης, η οποία προβλέπει ρητά ότι η μειονότητα στη Θράκη είναι θρησκευτική, αποκλείοντας κάθε άλλη παρερμηνεία. Αλλά θα ξαναπώ αυτό το οποίο είχα πει πριν από δύο χρόνια.
Έλληνες μουσουλμάνοι της Θράκης ζουν αρμονικά με χριστιανούς συμπολίτες μας, βάσει των αρχών της ισονομίας και της ισοπολιτείας.
Ενώ παράλληλα και στην Τουρκία, στην Κωνσταντινούπολη, πρωτίστως, η ελληνική μειονότητα, παρά δυστυχώς τη μεγάλη της συρρίκνωση, εξακολουθεί να εμπλουτίζει την κοινωνική και πολιτιστική ζωή της Τουρκίας. Ας εργαστούμε λοιπόν για το πώς αυτές οι δύο μειονότητες μπορούν πράγματι να γίνουν γέφυρες φιλίας και αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ των λαών μας».
Τέλος, ο πρωθυπουργός ανέφερε ότι συζήτησαν τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή, αλλά και διεθνώς, όπου, όπως είπε, οι εστίες έντασης πυκνώνουν, καθιστώντας αναγκαία όσο ποτέ τη διπλωματία, το διάλογο, το σεβασμό στο διεθνές δίκαιο.
Αναλυτικά οι δηλώσεις του πρωθυπουργού:
Αξιότιμε κ. Πρόεδρε, θα ήθελα καταρχάς, εκ μέρους και της ελληνικής αντιπροσωπείας, να σας ευχαριστήσω για την πολύ θερμή υποδοχή και την -όπως πάντα όταν επισκέπτομαι τη χώρα σας- άψογη φιλοξενία.
Η παρουσία μας εδώ στην Άγκυρα, στην 6η Σύνοδο του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας, σηματοδοτεί, νομίζω, την ίδια τη σημασία του γεγονότος, επιβεβαιώνοντας πριν από όλα, όπως είπατε, την αξία που έχουν ο διάλογος αλλά και οι σχέσεις καλής γειτονίας, ιδίως σε ένα ρευστό και συνεχώς μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον.
Με τον Πρόεδρο Erdoğan είχαμε την ευκαιρία να κάνουμε έναν αναλυτικό συνολικό απολογισμό των διμερών μας σχέσεων τα τελευταία δύο και κάτι χρόνια, καθώς το 2023 κάναμε μια στρατηγική επιλογή να εντάξουμε τις επαφές μας σε μια δομημένη προσέγγιση τριών πυλώνων: τον πολιτικό διάλογο, τη θετική ατζέντα, η οποία αποτυπώθηκε και στις σημερινές μας συνομιλίες, και τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης.
Μέσα από αυτή τη διαδικασία πράγματι αποκαταστήσαμε ένα σαφές πλέγμα συναντήσεων και ανοικτών διαύλων επικοινωνίας προς όφελος των δύο λαών.
Ενώ με μέριμνα του Υπουργείου Εξωτερικών καθιερώσαμε ένα νέο υπόδειγμα άμεσης συνεργασίας, με στόχο μια αμοιβαία επωφελή, αλλά πρωτίστως μια λειτουργική σχέση.
Ως γειτονικές χώρες, άλλωστε, κ. Πρόεδρε, Ελλάδα και Τουρκία, Τουρκία και Ελλάδα, καλούμαστε να διαχειριζόμαστε τα προβλήματά μας με ψυχραιμία και με υπευθυνότητα, μιλώντας με ειλικρίνεια και έχοντας πάντα σταθερή αναφορά το Διεθνές Δίκαιο.
Ακόμα και όταν διαφωνούμε, είναι σημαντικό να μην οδηγούμαστε σε κρίσεις και σε εντάσεις. Και θέλω να επαναλάβω ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα ειρηνική, είμαστε πάντα προσηλωμένοι στον διάλογο, ο οποίος θα πρέπει να διεξάγεται με καλή πίστη και αμοιβαίο σεβασμό.
Είναι αλήθεια ότι η προσπάθεια αυτή έχει ήδη αποδώσει, αποτρέποντας εντάσεις που στο παρελθόν δοκίμασαν τις σχέσεις μας. Πριν από λίγες εβδομάδες, μάλιστα, πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα νέος γύρος του πολιτικού διαλόγου και θετικής ατζέντας, με εξαιρετικά ενθαρρυντικά αποτελέσματα.
Παράλληλα, οριστικοποιήθηκαν και οι ετήσιες δράσεις στα πλαίσια των μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης, ενώ σήμερα, παρουσία πολλών Υπουργών μας, συμφωνήσαμε σε μία σειρά από νέες κοινές πρωτοβουλίες που διευρύνουν το πεδίο της διμερούς συνεργασίας.
Θα έλεγα ότι είναι ιδιαίτερα επιτυχημένη η συνεργασία μας σχετικά με το πρόγραμμα προσωρινής έκδοσης θεωρήσεων βραχείας διαμονής για Τούρκους επισκέπτες και τις οικογένειές τους σε 12 νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Μόλις τον τελευταίο χρόνο εκατοντάδες χιλιάδες φίλοι Τούρκοι ταξίδεψαν στα ελληνικά νησιά και έτσι φέρνουμε και τους λαούς μας πιο κοντά. Συμφωνήσαμε, μάλιστα, η Ελλάδα να ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την ανανέωση του προγράμματος.
Αναφερθήκατε κ. Πρόεδρε -το συζητήσαμε και στο Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας- στην πάρα πολύ καλή συνεργασία που έχουμε στο ζήτημα του μεταναστευτικού.
Οι ροές στο Ανατολικό Αιγαίο έχουν μειωθεί, μόλις τον τελευταίο χρόνο, κατά σχεδόν 60%. Είναι το αποτέλεσμα της συστηματικής φύλαξης των χερσαίων και των θαλασσίων συνόρων αλλά και του βελτιωμένου συντονισμού μεταξύ των δύο χωρών. Είναι κάτι που μπορεί και πρέπει να ενισχυθεί περαιτέρω, όπως μας υπενθύμισε το πρόσφατο τραγικό περιστατικό στα ανοιχτά της Χίου. Η καταπολέμηση των απάνθρωπων δικτύων των διακινητών οφείλει να είναι σταθερός, διαχρονικός στόχος των δύο κρατών μας.
Σταθερός στόχος πρέπει να είναι και η διεύρυνση της συμπόρευσης σε άλλα πεδία, όπως είναι το διμερές εμπόριο. Έχουμε θέσει έναν φιλόδοξο στόχο, να φτάσουμε τα 10 δισεκατομμύρια δολάρια στο διμερές μας εμπόριο. Δεν είναι τυχαίο, μάλιστα, ότι η Ελλάδα αναβαθμίζει τις υποδομές των συνοριακών της σταθμών τόσο στις Καστανιές όσο και στους Κήπους.
Προοπτικές έχουν ακόμα οι παράλληλες επενδύσεις. Γίνονται σήμερα σημαντικές επενδύσεις από ελληνικές εταιρείες στην Τουρκία, σημαντικές επενδύσεις από τουρκικές εταιρείες στην Ελλάδα.
Και βέβαια, να τονίσω και τη μεγάλη σημασία που αποδίδω στις δράσεις της πολιτικής προστασίας, όχι μόνο γιατί αφορούν την αντιμετώπιση κοινών κινδύνων από την κλιματική κρίση, αλλά γιατί πιστεύω, κ. Πρόεδρε, ότι θα μπορούσαν να αποτελέσουν και ένα μοντέλο γενικότερης περιφερειακής συνεργασίας.
Όλα τα παραπάνω αποτελούν, αναμφίβολα, επιτεύγματα και βήματα προόδου. Δεν ήταν καθόλου αυτονόητα, ούτε δεδομένα. Αντίθετα, προέκυψαν χάρη στην πολιτική βούληση και στη συστηματική προσπάθεια των δύο πλευρών, αναδεικνύοντας στην πράξη ότι ναι, μπορούμε να διατηρούμε ένα λειτουργικό πλαίσιο διμερούς συνεργασίας, ταυτόχρονα όμως να συμβάλλουμε από κοινού στη σταθερότητα μιας ευρύτερης περιοχής, που δοκιμάζεται από πολλαπλές κρίσεις.
Γνωρίζουμε, βεβαίως, ότι υπάρχουν σημαντικές διαφωνίες, με την ελληνική θέση να παραμένει σταθερή: ότι η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών -υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης-, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, να αποτελεί τη μόνη διαφορά η οποία θα μπορούσε να οδηγηθεί ενώπιον ενός διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου, με βάση το Διεθνές Δίκαιο και ειδικότερα το Δίκαιο της Θάλασσας.
Εύχομαι ειλικρινά, κ. Πρόεδρε, να συμμεριστώ και τη δική σας αισιοδοξία, ότι οι συνθήκες θα επιτρέψουν μια εξέλιξη προς αυτή την κατεύθυνση.
Γι’ αυτό και πιστεύω, κ. Πρόεδρε ότι, στο ίδιο πνεύμα με τη θετική εμπειρία η οποία έχει μεσολαβήσει, είναι καιρός πια να αρθεί κάθε απειλή, τυπική και ουσιαστική, στις μεταξύ μας σχέσεις. Αν όχι τώρα, πότε;
Με τον Πρόεδρο συζητήσαμε επίσης και τις εξελίξεις στο Κυπριακό, όπου η ελληνική θέση παραμένει σαφής. Οι πρωτοβουλίες του Γενικού Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών δημιουργούν ένα παράθυρο ευκαιρίας ώστε να επανεκκινήσει ένας ουσιαστικός διάλογος από εκεί που διεκόπη το 2017, σε μία διαδικασία η οποία, βεβαίως, πρέπει να κινείται πάντα στο πλαίσιο των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Το ίδιο καθαρή είναι και η οπτική μας για τις μειονότητες στα δύο κράτη. Ξέρετε καλά, κ. Πρόεδρε, το έχουμε συζητήσει πολλές φορές, ότι το καθεστώς τους προσδιορίζεται με απόλυτη σαφήνεια από τη Συνθήκη της Λωζάνης, η οποία προβλέπει ρητά ότι η μειονότητα στη Θράκη είναι θρησκευτική, αποκλείοντας κάθε άλλη παρερμηνεία.
Αλλά θα ξαναπώ αυτό το οποίο είχα πει πριν από δύο χρόνια: Έλληνες μουσουλμάνοι της Θράκης ζουν αρμονικά με χριστιανούς συμπολίτες μας, βάσει των αρχών της ισονομίας και της ισοπολιτείας.
Ενώ παράλληλα και στην Τουρκία, στην Κωνσταντινούπολη πρωτίστως, η ελληνική μειονότητα, παρά δυστυχώς τη μεγάλη της συρρίκνωση, εξακολουθεί να εμπλουτίζει την κοινωνική και πολιτιστική ζωή της Τουρκίας.
Ας εργαστούμε, λοιπόν, για το πώς αυτές οι δύο μειονότητες μπορούν πράγματι να γίνουν «γέφυρες» φιλίας και αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ των λαών μας.
Τέλος, μας απασχόλησαν και οι εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή αλλά και διεθνώς, όπου εστίες έντασης πυκνώνουν, καθιστώντας αναγκαία όσο ποτέ τη διπλωματία, τον διάλογο, τον σεβασμό στο Διεθνές Δίκαιο.
Προσβλέπουμε στο τέλος του πολέμου στην Ουκρανία με σεβασμό στην κυριαρχία της και βέβαια προσβλέπουμε, και σε αυτό συμφωνούμε απόλυτα με τον κ. Πρόεδρο, στην εκκίνηση της δεύτερης φάσης του ειρηνευτικού σχεδίου για τη Γάζα, με στόχο τη σταθερότητα και την ασφάλεια στη Μέση Ανατολή.
Θα το επαναλάβω και εδώ από την Άγκυρα, η Ελλάδα υποστηρίζει σταθερά τη λύση των δύο κρατών ως τη μόνη ρεαλιστική λύση για μία μόνιμη ειρήνη στην περιοχή.
Τασσόμαστε υπέρ της μεταρρύθμισης της Παλαιστινιακής Αρχής, ώστε να αναλάβει ουσιαστικά τη διοίκηση της Γάζας και της Δυτικής Όχθης. Όμως, αναγκαία προϋπόθεση θεωρούμε τον πλήρη αφοπλισμό της Χαμάς και την εξάλειψη της τρομοκρατίας, γιατί και το Ισραήλ έχει το δικαίωμα να ζει με ασφάλεια.
Αλλά θέλω και με την ευκαιρία αυτή να εκφράσω την κατηγορηματική μας αντίθεση σε οποιοδήποτε σχέδιο μπορεί να οδηγήσει σε μία ενδεχόμενη προσάρτηση της Δυτικής Όχθης από το Ισραήλ.
Καταδικαστέα, επίσης, είναι η επέκταση εποικισμών που δημιουργεί ουσιαστικά μια πραγματικότητα στο πεδίο που καθιστά τη δημιουργία του παλαιστινιακού κράτους ακόμα πιο σύνθετη άσκηση.
Η Ελλάδα, κ. Πρόεδρε, είναι μία δύναμη ειρήνης. Θέλουμε ειλικρινείς σχέσεις με όλους τους γείτονές μας και θέλουμε, όπου μπορούμε, να πετύχουμε μία συνεργασία η οποία θα μας βοηθήσει να εμπεδώσουμε την περιφερειακή σταθερότητα.
Αναφερθήκατε στις μεγάλες προκλήσεις της Συρίας. Είναι ένα πεδίο όπου μπορούμε η Ελλάδα και η Τουρκία να δουλέψουμε από κοινού και για να υπάρξει πολιτική σταθερότητα, με σεβασμό στα δικαιώματα και απόλυτη προστασία των θρησκευτικών μειονοτήτων, αλλά -γιατί όχι;- όπως συζητήσαμε και με τους Υπουργούς Οικονομικών, να συντονιστούμε και να εργαστούμε και σε προσπάθειες οι οποίες έχουν να κάνουν με την ανοικοδόμηση της Συρίας.
Θα είναι προς αμοιβαίο όφελος Ελλάδας και Τουρκίας μια σταθερή Συρία, η οποία θα επιτρέψει και στους πρόσφυγες, τους πολλούς που βρίσκονται στην Τουρκία και τους πολλούς που βρίσκονται στην Ελλάδα, να επιστρέψουν επιτέλους στην πατρίδα τους.
Κλείνω, κ. Πρόεδρε, αγαπητέ Tayyip, με τη σκέψη ότι η μοίρα μας όρισε να ζούμε στην ίδια γειτονιά. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τη γεωγραφία, μπορούμε όμως να την κάνουμε σύμμαχο, επιλέγοντας τη σύγκλιση, τον διάλογο και την πίστη στο Διεθνές Δίκαιο. Ώστε με αίσθημα ευθύνης να χτίσουμε ένα αύριο ειρήνης, προόδου και ευημερίας για τις χώρες μας, να τιμήσουμε την παρακαταθήκη του Ελευθερίου Βενιζέλου και του Kemal Atatürk.
Κλείνω ευχαριστώντας και πάλι για την άριστη διοργάνωση αυτής της Συνόδου, για τη γόνιμη συζήτηση που είχαμε, για τη ζεστή φιλοξενία προς την ελληνική αντιπροσωπεία και προσβλέπω στη συνέχιση της συνεργασίας μας.
Και θα χαρώ, κ. Πρόεδρε, να σας υποδεχθώ μαζί με τους συνεργάτες σας, τους Υπουργούς σας, στην Ελλάδα για την επόμενη Σύνοδο του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας.
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος