«Αυτή τη στιγμή το Εθνικό Σύστημα Υγείας έχει το περισσότερο προσωπικό που είχε ποτέ. Από τον καιρό που έχουμε τα επίσημα στοιχεία έχουμε τους περισσότερους γιατρούς, τους περισσότερους νοσηλευτές, το περισσότερο λοιπό προσωπικό. Στην ερώτηση αν αυτοί φτάνουν, όχι, χρειαζόμαστε περισσότερους αλλά αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό βήμα» τόνισε ο υφυπουργός Υγείας Μάριος Θεμιστοκλέους μιλώντας στην εκπομπή «Σεμνά και Ταπεινά» με τον Δημήτρη Πετρόπουλο από το στούντιο του ΕΡΤnews Radio 105,8 που έχει εγκατασταθεί στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών.
«Και λέω, πάντα ένα σύστημα υγείας είναι ένας ζωντανός οργανισμός αναπτύσσεται, μεγαλώνει, γιατί αυξάνονται και οι παθήσεις. Έχουμε αύξηση του μέσου όρου ζωής, πολύ καλό αυτό, έχουμε αύξηση των χρόνιων παθήσεων και άρα αυξάνονται και οι ανάγκες. Δηλαδή ένα σύστημα που διπλασιάσαμε τις κλίνες ΜΕΘ, άρα χρειαζόμαστε και περισσότερο προσωπικό για αυτές» συνέχισε ο κ. Θεμιστοκλέους.
Μιλώντας για την ενίσχυση του ΕΣΥ, ο υφυπουργός επισήμανε ότι στον προγραμματισμό του 2026 περιλαμβάνονται 8.000 προσλήψεις, 5.000 μόνιμο προσωπικό, 3.000 επικουρικό προσωπικό. Το καθαρό κέρδος του συστήματος θα είναι 3.000 επικουρικό προσωπικό.
Μάλιστα σημείωσε ότι εκδηλώνεται ενδιαφέρον στις προκηρύξεις που βγαίνουν.
Είπε χαρακτηριστικά, «έχουμε αλλάξει τα τελευταία χρόνια το πλαίσιο και το εργασιακό και των γιατρών ειδικά σε πολύ μεγάλο βαθμό. Να δώσω ορισμένα παραδείγματα. Έχουμε αύξηση στο μισθό, έχουμε αύξηση στις εφημερίες, έχουμε ενιαία φορολόγηση εφημεριών, έχουμε δώσει τη δυνατότητα άσκησης ιδιωτικού έργου, έχουμε δώσει συγκεκριμένα κίνητρα στα νησιά. Κάποιες ειδικότητες με συγκεκριμένη περιοχή μπορεί να φτάνει και τα 600 ευρώ επιπλέον τον μήνα».
«Στην περιφέρεια είχαμε 300 θέσεις που μόνιμα έβγαιναν άγονες από τον καιρό της οικονομικής κρίσης, από το 2010. Έχουμε καταφέρει να καλύψουμε τα 2/3 των θέσεων, με τα κίνητρα τα οποία έχουν δοθεί και με την νέα προκήρυξη στις επόμενες μέρες έχουμε μια νέα μεγάλη προκήρυξη γιατρών για τα νοσοκομεία και στην Αττική και στην περιφέρεια, είμαστε αισιόδοξοι ότι θα καλύψουμε και ένα μεγάλο μέρος από τις υπόλοιπες, τις πιο δύσκολες περιοχές. Άρα έχουν γίνει πολύ σημαντικά βήματα προόδου» προσέθεσε.
Ως προς το μισθολογικό ζήτημα του ιατρονοσηλευτικού προσωπικού στη χώρα μας και το γεγονός ότι τα τελευταία αρκετά χρόνια, υπήρχε κύμα φυγής επιστημόνων προς χώρες του εξωτερικού με πιο ανταγωνιστικές παροχές, ο κ. Θεμιστοκλέους είπε τα εξής:
«Θα σας απαντήσω και ως γιατρός, πέρα από υφυπουργός. Έχουμε ανακόψει το κύμα φυγής προς το εξωτερικό. Υπήρξε ένα μεγάλο κύμα φυγής προσωπικού από το ’10 μέχρι το ’20, το οποίο δεν αφορούσε μόνο το σύστημα υγείας. Αφορούσε την οικονομική κατάσταση της χώρας. Οι νέοι της περιόδου εκείνης, πάρα πολλοί, έφυγαν στο εξωτερικό. Αυτό είναι κάτι το οποίο πρέπει να έχουμε ως δεδομένο. Αυτή τη στιγμή έχουμε καταφέρει να ανακόψουμε αυτή τη ροή των επιστημόνων γιατρών προς το εξωτερικό. Το βλέπουμε και χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι οι θέσεις των ειδικευομένων στα νοσοκομεία. Είχαμε μια πολύ σημαντική πτώση μέχρι το 2020. Αυτή τη στιγμή έχουν καλυφθεί οι θέσεις και έχουν ξαναχτιστεί οι λεγόμενες αναμονές για να ξεκινήσει κάποιος να ειδικεύεται στα νοσοκομεία. Άρα, έχει αντιστραφεί αυτό.
Οι μισθοί, το μισθολογικό περιβάλλον μέσα στα πλαίσια των οικονομικών δυνατοτήτων της χώρας έχει βελτιωθεί αρκετά, ειδικά στους γιατρούς και φαίνεται και στις προκηρύξεις. Προκηρύξεις που είτε ήταν άγονες ακόμη και σε μεγάλα νοσοκομεία της Αττικής, αυτή τη στιγμή στην τελευταία προκήρυξη έχουμε 6-7 γιατρούς υποψήφιους, για κάποιες θέσεις. Είναι πολύ σημαντικό. Άρα έχει αναστραφεί. Κάποιος γιατρός μπορεί να φύγει, να πάει στο εξωτερικό και εγώ το έχω κάνει και κάποιος άλλος να το κάνει για να αποκτήσει είτε εξειδικευμένη εμπειρία σε κάποια πράγματα, είτε για να αποκτήσει άλλη εμπειρία και άλλη οπτική από ένα άλλο σύστημα υγείας. Σημασία έχει όμως να κρατάμε τους γιατρούς ακόμη και να φύγουν για κάποια εκπαίδευση να επιστρέψουν. Και αυτό γίνεται».
Ερωτηθείς τέλος, ποιες είναι οι δαπάνες του Έλληνα πολίτη ετησίως στην ιδιωτική υγεία, ο κ. Θεμιστοκλέους επισήμανε πως είναι ένα ποσοστό που ελάχιστα μεταβάλλεται τα τελευταία περίπου 40 χρόνια.
«Είναι ένα ποσοστό το οποίο είναι το ίδιο με πολύ ελάχιστες μεταβολές από το 1983 που δημιουργήθηκε το ΕΣΥ και είναι δομικό πρόβλημα.
Ένα 35% όσων δαπανώνται στην υγεία είναι ιδιωτική δαπάνη. Αυτό είναι το ίδιο από το 1983, ανεβαίνει στο 37-38, μπορεί να κατεβεί στο 33, αλλά είναι δομικό του εθνικού συστήματος Υγείας.
Ένα πολύ μεγάλο μέρος του ποσού αυτού είναι στην φαρμακευτική συμμετοχή. Είναι το 15% που δίνουμε στα φάρμακα, το 25% που δίνεται στα φάρμακα. Η χώρα μας υπολείπεται του μέσου ευρωπαϊκού όρου στις δαπάνες στην υγεία. Στην ερώτηση γιατί υπολείπεται, είναι γιατί κάπου αλλού δίνουμε υψηλότερα σε σχέση με τον μέσο ευρωπαϊκό όρο» είπε καταλήγοντας.
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος