Λέκκας στο ΕΡΤnews: Οι διαφορές και οι ομοιότητες των σεισμών σε Κολομβία και Βενεζουέλα – Γιατί τα κτήρια κατέρρευσαν από τη βάση

Τον καταστροφικό σεισμό των 7,4 Ρίχτερ στην Κολομβία που άφησε πίσω του πάνω από 130 νεκρούς, σχολίασε στο ΕΡΤnews ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ, Ευθύμιος Λέκκας, παραθέτοντας τις βασικές ομοιότητες, αλλά και τις διαφορές με τους διαδοχικούς φονικούς σεισμούς που έπληξαν τη Βενεζουέλα, όπου είχε βρεθεί ως μέλος ελληνικής αποστολής μαζί με το συνεργείο της ΕΡΤ.

Ο κ. Λέκκας επισήμανε ότι υπάρχουν κοινά στοιχεία με τη σεισμική δόνηση της Βενεζουέλας, τονίζοντας ότι «το αποτέλεσμα των δυο αυτών σεισμών ήταν το ίδιο, όχι τόσο ως προς τις διαστάσεις, αλλά ως προς την τρωτότητα των κατασκευών»: σοβαρές βλάβες σε ψηλά κτίρια που βρίσκονταν σε μεγάλη απόσταση από το επίκεντρο.

Διευκρίνισε ότι «στη Βενεζουέλα ο σεισμός ήταν επιφανειακός, ενώ στην Κολομβία ήταν ένας σεισμός βάθους», με αποτέλεσμα η σεισμική ενέργεια να μεταδοθεί σε μεγάλες αποστάσεις και να επηρεάσει με ιδιαίτερο τρόπο τις κατασκευές. «Το επίκεντρο βρίσκεται κάτω από το Κάλι. Πρόκειται για δύο τελείως διαφορετικούς σεισμούς οι οποίοι είχαν το ίδιο αποτέλεσμα», πρόσθεσε.

Δείτε περισσότερα στο ertflix.gr | Ακούστε περισσότερα στο ertecho.gr

Όπως εξήγησε ο καθηγητής, στην Κολομβία το μεγάλο βάθος του σεισμού είχε ως αποτέλεσμα να απομειωθούν περισσότερο οι υψηλές συχνότητες της σεισμικής κίνησης, ενώ να επικρατήσουν μεγαλύτερες περίοδοι ταλάντωσης. «Έχουμε μία αργή ταλάντωση, η οποία ταλάντωση του εδάφους συμπίπτει με την ίδια ταλάντωση των κτηρίων», συμπλήρωσε.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τα ψηλά κτίρια, τα οποία έχουν επίσης μεγάλες ιδιοπεριόδους ταλάντωσης.

«Οι μεγάλες περίοδοι των σεισμικών κυμάτων συντονίζονται με τα ψηλά κτίρια που έχουν μεγάλες περιόδους», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Λέκκας, εξηγώντας ότι αυτός ο συντονισμός αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους για την εικόνα των καταρρεύσεων.

Η ιδιαιτερότητα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι ζημιές δεν ξεκινούν από την κορυφή του κτιρίου, αλλά από τα χαμηλότερα επίπεδα επεκτείνονται στη συνέχεια στους υψηλότερους ορόφους και τελικά μπορεί να οδηγήσουν σε αστοχία του φέροντος οργανισμού και σε κατάρρευση ολόκληρου του κτιρίου.

Ο κ. Λέκκας εξήγησε ότι «οι βλάβες αρχίζουν από το ισόγειο, από την τοιχοποιία, τον πρώτο και δεύτερο όροφο και στη συνέχεια ακολουθεί κατάρρευση και ανατροπή ολόκληρων των κτηρίων. Είναι μία ιδιάζουσα περίπτωση, η οποία δεν αφήνει κανένα περιθώριο σε αυτούς που είναι μέσα στα κτήρια να διαφύγουν».

«Έχουμε αστοχίες στον φέροντα οργανισμό στους πρώτους ορόφους και στη συνέχεια έχουμε κατάρρευση και ανατροπή ολόκληρων των κτιρίων», σημείωσε.

Μάλιστα, όπως τόνισε, πρόκειται για κτίρια που έχουν κατασκευαστεί με βάση αντισεισμικούς κανονισμούς και δεν είναι αυθαίρετες ή πρόχειρες κατασκευές.

Η συγκεκριμένη μορφή κατάρρευσης δημιουργεί εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες για όσους βρίσκονται στο εσωτερικό, καθώς περιορίζονται δραματικά οι δυνατότητες διαφυγής και προστασίας.

Κατολισθήσεις και προβλήματα στο οδικό δίκτυο

Οι συνέπειες του σεισμού δεν περιορίστηκαν στις κτιριακές κατασκευές. Ο κ. Λέκκας αναφέρθηκε και στις μεγάλες κατολισθήσεις που σημειώθηκαν στην περιοχή των Άνδεων, προκαλώντας προβλήματα και διακοπές στο οδικό δίκτυο.

Ιδιαίτερα δύσκολη είναι η κατάσταση στους οδικούς άξονες που συνδέουν περιοχές όπως η Μανισάλες, η Περέιρα και το Κάλι, σε ένα ιδιαίτερα ορεινό και απαιτητικό γεωγραφικό περιβάλλον.

Παράλληλα, σημαντικές ζημιές έχουν αναφερθεί σε αεροδρόμια, γεγονός που δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο την προσπάθεια μεταφοράς βοήθειας και συνεργείων στις πληγείσες περιοχές.

Ο καθηγητής έφερε ως παράδειγμα το αεροδρόμιο της Περέιρα, όπου υπέστη ζημιές η οροφή, αλλά και άλλα αεροδρόμια που αντιμετώπισαν προβλήματα.

«Αν ήταν επιφανειακός ο σεισμός, οι ζημιές θα ήταν πολύ περισσότερες»

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο Ευθύμης Λέκκας στο γεγονός ότι το μεγάλο εστιακό βάθος λειτούργησε ως ένας από τους παράγοντες που περιόρισαν τελικά την έκταση των καταστροφών.

«Δεν το συζητάμε, θα ήταν πάρα πολλές οι ζημιές», ανέφερε χαρακτηριστικά, απαντώντας στο ερώτημα τι θα μπορούσε να είχε συμβεί εάν ο σεισμός είχε σημειωθεί σε πολύ μικρότερο βάθος.

Όπως εξήγησε, όταν ένας σεισμός εκδηλώνεται σε μεγάλο βάθος, ένα μέρος της ενέργειας απορροφάται κατά τη διαδρομή των σεισμικών κυμάτων μέσα από τα πετρώματα.

Αντίθετα, ένας ισχυρός επιφανειακός σεισμός μπορεί να προκαλέσει πολύ μεγαλύτερες καταστροφές κοντά στην περιοχή του επικέντρου.

Ο κ. Λέκκας υπογράμμισε, ωστόσο, ότι κάθε σεισμός είναι διαφορετικός και ότι δεν μπορεί να αξιολογείται μόνο με βάση το μέγεθός του.

Όλες οι Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο,  στο ertnews.gr
Διάβασε όλες τις ειδήσεις μας στο Google
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber

Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου (όχι αυτολεξεί) ή μέρους αυτών μόνο αν:
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος