Με σχετικά χαμηλή συμμετοχή ξεκίνησε η ψηφοφορία στην Ιταλία για το κρίσιμο δημοψήφισμα σχετικά με τη συνταγματική μεταρρύθμιση της Δικαιοσύνης. Σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία, η προσέλευση μέχρι τις 12 το μεσημέρι της Κυριακής ανερχόταν στο 14,9%, ενώ οι κάλπες θα παραμείνουν ανοιχτές έως τις 23.00 και θα ανοίξουν εκ νέου τη Δευτέρα από τις 7.00 έως τις 15.00. Παρ’ όλο που η συμμετοχή αναμένεται ν’ αυθηθεί αρκετά, το αποτέλεσμα θα είναι δεσμευτικό ανεξαρτήτα από αυτήν, καθώς πρόκειται για επιβεβαιωτικό δημοψήφισμα χωρίς όριο απαρτίας.
Η ψηφοφορία αφορά την έγκριση ή την απόρριψη μιας ήδη ψηφισμένης συνταγματικής μεταρρύθμισης, με τους πολίτες να καλούνται να επιλέξουν συνολικά «ναι» ή «όχι», χωρίς δυνατότητα επιμέρους αλλαγών. Αν και το αντικείμενο της ψηφοφορίας είναι τεχνικό και σύνθετο, η πολιτική του διάσταση είναι ιδιαίτερα έντονη. Το δημοψήφισμα έχει μετατραπεί στην πράξη σε μια έμμεση δοκιμασία εμπιστοσύνης για την κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι, ενόψει και των επόμενων εθνικών εκλογών. Ο παραλληλισμός με το 2016 είναι αναπόφευκτος. Ωστόσο, τότε, ο Ματέο Ρέντσι συνέδεσε το αποτέλεσμα αντίστοιχης συνταγματικής μεταρρύθμισης με την πολιτική του τύχη και παραιτήθηκε μετά την επικράτηση του «όχι». Η πρωθυπουργός, χωρίς όμως να κάνει το ίδιο λάθος, έχει επενδύσει πολιτικά στη μεταρρύθμιση, παρουσιάζοντάς την ως αναγκαία για την αποκατάσταση της αξιοπιστίας και της αμεροληψίας της Δικαιοσύνης, ενώ η αντιπολίτευση τη χαρακτηρίζει παρέμβαση που απειλεί την ισορροπία των εξουσιών.
Το κλίμα της προεκλογικής περιόδου υπήρξε ιδιαίτερα πολωμένο, με έντονη ρητορική και αλληλοκατηγορίες. Παρά το γεγονός ότι οι αλλαγές που προτείνονται είναι εξειδικευμένες, η δημόσια συζήτηση μετατοπίστηκε γρήγορα από το θεσμικό περιεχόμενο σε μια ευρύτερη πολιτική αντιπαράθεση γύρω από τον ρόλο της Δικαιοσύνης και τα όρια της κυβερνητικής εξουσίας. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις πριν από την περίοδο σιωπής έδειχναν μια οριακή αναμέτρηση, με τη συμμετοχή να θεωρείται καθοριστικός παράγοντας για την τελική έκβαση.
Τι προβλέπει η μεταρρύθμιση
Η μεταρρύθμιση, που αποτελείται από οκτώ άρθρα και τροποποιεί επτά διατάξεις του Συντάγματος, επικεντρώνεται σε τρεις βασικούς άξονες. Πρώτον, τη διάκριση της καριέρας μεταξύ εισαγγελέων και δικαστών. Δεύτερον, τη ριζική αναμόρφωση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, το οποίο διασπάται σε δύο ξεχωριστά όργανα, ένα για τους δικαστές και ένα για τους εισαγγελείς. Και τρίτον, τη δημιουργία ενός νέου Ανώτατου Πειθαρχικού Δικαστηρίου.
Η διάκριση της καριέρας αποτελεί το πιο προβεβλημένο στοιχείο της μεταρρύθμισης. Οι υποστηρικτές της υποστηρίζουν ότι θα ενισχύσει την αμεροληψία των δικαστών και θα αποτρέψει φαινόμενα «εγγύτητας» μεταξύ δικαστών και εισαγγελέων. Οι αντίπαλοι, αντίθετα, θεωρούν ότι υπονομεύει την ενότητα της Δικαιοσύνης και αποδυναμώνει τον ρόλο του εισαγγελέα ως ανεξάρτητου θεσμικού παράγοντα.
Η αναδιάρθρωση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου εισάγει επίσης σημαντικές αλλαγές, με τη διάσπασή του και την εισαγωγή διαδικασιών κλήρωσης για την επιλογή μελών. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι έτσι περιορίζεται η επιρροή εσωτερικών ομάδων και «ρευμάτων» εντός του δικαστικού σώματος. Ωστόσο, οι επικριτές επισημαίνουν ότι η τυχαία επιλογή μπορεί να πλήξει τη θεσμική νομιμοποίηση και την αποτελεσματικότητα ενός τόσο κρίσιμου οργάνου.
Παράλληλα, η δημιουργία του Ανώτατου Πειθαρχικού Δικαστηρίου μεταφέρει τον πειθαρχικό έλεγχο εκτός του υφιστάμενου συστήματος αυτοδιοίκησης της Δικαιοσύνης. Η ρύθμιση αυτή παρουσιάζεται ως μέσο ενίσχυσης της λογοδοσίας, αλλά συνοδεύεται από ανησυχίες για πιθανή ενίσχυση του πολιτικού ελέγχου επί των δικαστικών λειτουργών.
Η μεταρρύθμιση δεν αγγίζει ζητήματα όπως η ταχύτητα απονομής της Δικαιοσύνης ή η λειτουργική αποτελεσματικότητα των δικαστηρίων, γεγονός που ενισχύει την άποψη ότι το βασικό της βάρος είναι θεσμικό και πολιτικό. Η συζήτηση επικεντρώνεται λιγότερο στις τεχνικές λεπτομέρειες και περισσότερο στη συνολική ισορροπία μεταξύ των εξουσιών και στον βαθμό ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης.
Σε αυτό το πλαίσιο, το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς θα καθορίσει όχι μόνο την πορεία της συγκεκριμένης μεταρρύθμισης, αλλά και το πολιτικό κεφάλαιο της κυβέρνησης. Μια επικράτηση του «ναι» θα ενισχύσει τη θέση της Τζόρτζια Μελόνι ενόψει των επόμενων εκλογών, επιβεβαιώνοντας τη δυνατότητά της να επιβάλλει θεσμικές αλλαγές. Αντίθετα, ένα «όχι» θα αποτελέσει σαφή πολιτική ήττα και θα ενισχύσει την αντιπολίτευση, ανοίγοντας έναν κύκλο αμφισβήτησης γύρω από την κυβερνητική στρατηγική.
Η αντιπαράθεση γύρω από το δημοψήφισμα αποτυπώνει μια βαθύτερη σύγκρουση για τον ρόλο της Δικαιοσύνης στην Ιταλία και τα όρια της πολιτικής εξουσίας απέναντί της. Σε αυτό το επίπεδο, η ψηφοφορία ξεπερνά κατά πολύ το τεχνικό της περιεχόμενο και μετατρέπεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι για την κατεύθυνση του θεσμικού συστήματος της χώρας.
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος