Η Ισλανδία ετοιμάζεται να ξανανοίξει τον ευρωπαϊκό της «φάκελο», προκηρύσσοντας δημοψήφισμα για τις 29 Αυγούστου 2026, για την επανεκκίνηση των διαπραγματεύσεων ένταξης στην ΕΕ, πάνω από δέκα χρόνια αφότου η διαδικασία πάγωσε σε πολιτικό επίπεδο. Το δημοψήφισμα δεν αφορά άμεσα την ένταξη, αλλά το αν η χώρα θα επιστρέψει στο τραπέζι των συνομιλιών, ανοίγοντας τον δρόμο για μια δεύτερη, οριστική λαϊκή ετυμηγορία στο μέλλον.
Ανταπόκριση – Βρυξέλλες
Η Ισλανδία υπέβαλε αίτηση ένταξης στην ΕΕ το 2009, στον απόηχο της χρηματοπιστωτικής κρίσης που διέλυσε το τραπεζικό της σύστημα και ανέδειξε την ανάγκη για μεγαλύτερη οικονομική σταθερότητα και θεσμική αγκύρωση. Οι διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν το 2010, με τη χώρα να ανοίγει το μεγαλύτερο μέρος των διαπραγματευτικών κεφαλαίων και να κλείνει προσωρινά αρκετά από αυτά, ωστόσο ο πιο ευαίσθητος φάκελος της αλιείας δεν έφτασε ποτέ στο τραπέζι. Το 2013 η διαδικασία ουσιαστικά πάγωσε με πολιτική απόφαση της τότε κυβέρνησης και το 2015 το Ρέικιαβικ ανακοίνωσε ότι θεωρεί τις συνομιλίες τερματισμένες, χωρίς όμως να αποσύρει τυπικά την αίτηση ένταξης, η οποία παραμένει νομικά ενεργή.
Η σημερινή κεντροαριστερή κυβέρνηση, που ανέλαβε την εξουσία με δέσμευση να επαναφέρει το ζήτημα στην κρίση των πολιτών, επιλέγει τώρα το εργαλείο του δημοψηφίσματος για να νομιμοποιήσει ή να κλείσει οριστικά τη συζήτηση για την ένταξη. Το ερώτημα που τίθεται δεν είναι αν η Ισλανδία θα γίνει μέλος της ΕΕ, αλλά αν πρέπει να συνεχιστούν οι διαπραγματεύσεις ένταξης που είχαν παγώσει την προηγούμενη δεκαετία. Σε περίπτωση που οι συνομιλίες ολοκληρωθούν με μια συμφωνία προσχώρησης, η κυβέρνηση έχει ήδη προαναγγείλει δεύτερο, δεσμευτικό δημοψήφισμα, στο οποίο οι Ισλανδοί θα κληθούν να εγκρίνουν ή να απορρίψουν την τελική συνθήκη ένταξης.
Πίσω από την απόφαση για δημοψήφισμα βρίσκονται πολλαπλές εσωτερικές και διεθνείς δυναμικές. Η άνοδος του κόστους ζωής και η αίσθηση οικονομικής αβεβαιότητας σε μια μικρή, ανοιχτή οικονομία, σε συνδυασμό με τις γεωπολιτικές αναταράξεις και τον πόλεμο στην Ουκρανία, ενισχύουν την αντίληψη ότι η ΕΕ προσφέρει ένα πλαίσιο πιο προβλέψιμης ασφάλειας και σταθερότητας. Δημοσκοπήσεις που βλέπουν το φως της δημοσιότητας δείχνουν πλειοψηφική στήριξη υπέρ της επανέναρξης των συνομιλιών, έστω κι αν η κοινή γνώμη παραμένει διχασμένη για την ίδια την προοπτική πλήρους ένταξης.
Την ίδια ώρα, τα «αγκάθια» παραμένουν μεγάλα. Η αλιεία, θεμελιώδης πυλώνας της ισλανδικής οικονομίας και στοιχείο της εθνικής ταυτότητας, βρίσκεται στο επίκεντρο των ανησυχιών, καθώς η προσαρμογή στην Κοινή Αλιευτική Πολιτική της ΕΕ αντιμετωπίζεται από μεγάλο μέρος του πολιτικού κόσμου και της κοινωνίας ως απειλή για τον έλεγχο επί των θαλάσσιων πόρων. Παράλληλα, υπάρχουν επιφυλάξεις για περαιτέρω παραχώρηση κυριαρχικών αρμοδιοτήτων σε υπερεθνικά όργανα, ειδικά σε μια χώρα που ήδη συμμετέχει στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο και στη Σένγκεν χωρίς να είναι πλήρες μέλος της Ένωσης.
Από την πλευρά της, η κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι μια ενδεχόμενη ένταξη θα πρέπει να γίνει με τρόπο που να σέβεται την ιδιαιτερότητα του ισλανδικού μοντέλου διαχείρισης των πόρων και του τρόπου ζωής, αφήνοντας να εννοηθεί ότι θα επιδιωχθούν ειδικές ρυθμίσεις σε κρίσιμους τομείς. Τονίζει ακόμη ότι, λόγω της ήδη υψηλής θεσμικής σύγκλισης μέσω του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, η χώρα βρίσκεται πιο κοντά στο κεκτημένο από άλλες υποψήφιες προς ένταξη χώρες.
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η επανενεργοποίηση του ισλανδικού φακέλου ένταξης έχει και συμβολικό και στρατηγικό βάρος. Σε μια περίοδο που η διεύρυνση επιστρέφει στην κορυφή της ατζέντας με τις υποψηφιότητες χωρών των Δυτικών Βαλκανίων, της Ανατολικής Ευρώπης και της γειτονικής Νορβηγίας να επανέρχονται στη δημόσια συζήτηση, η πιθανή επιστροφή της Ισλανδίας στέλνει μήνυμα ότι η ΕΕ εξακολουθεί να αποτελεί ελκυστικό πόλο και για ανεπτυγμένες, σταθερές δημοκρατίες του ευρωπαϊκού Βορρά. Ταυτόχρονα, ενισχύει την παρουσία της Ένωσης στον Βόρειο Ατλαντικό και την Αρκτική, σε μια εποχή οξυμένων ανταγωνισμών μεγάλων δυνάμεων για τους θαλάσσιους διαδρόμους και τους φυσικούς πόρους της περιοχής.
Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος θα κρίνει αν η Ισλανδία θα ανοίξει έναν νέο κύκλο διαπραγματεύσεων ή αν θα κλείσει, τουλάχιστον για την προσεχή περίοδο, το κεφάλαιο της ευρωπαϊκής της πορείας. Ένα «ναι» δεν θα προδικάζει ούτε το χρονοδιάγραμμα ούτε την τελική έκβαση, αλλά θα σηματοδοτεί ότι η μικρή νησιωτική χώρα προτιμά να συζητήσει εκ νέου, επί ίσοις όροις, τους όρους της σχέσης της με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος