Στις 9 Μαΐου 1950, σε μια Ευρώπη ακόμη σπαραγμένη από τα ερείπια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ήδη παγωμένη από την αυγή της ψυχροπολεμικής αντιπαράθεσης, ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών Ρομπέρ Σουμάν ανεβαίνει στο βήμα του Salon de l’Horloge στο Παρίσι και προτείνει να τεθούν η γαλλική και η γερμανική παραγωγή άνθρακα και χάλυβα υπό μια κοινή, υπερεθνική Αρχή, κάτι σχεδόν αδιανόητο για την εποχή.
Ανταπόκριση: Γιώργος Συριόπουλος
Καρδιά του σχεδίου δεν είναι η οικονομία, αλλά η ειρήνη. «Αν οι πρώτες ύλες του πολέμου γίνουν το κοινό υπόστρωμα της συνεργασίας, ο πόλεμος μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας θα γίνει όχι μόνο αδιανόητος αλλά και υλικά αδύνατος». Η «Δήλωση Σουμάν», έμεινε στην Ιστορία ως θεμέλιος λίθος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Ο Σουμάν, δεν οραματίστηκε μια Ευρώπη χτισμένη «μονομιάς» σε ένα μεγάλο συνταγματικό σχέδιο, αλλά μια πορεία βηματισμών, «μέσα από επιτεύγματα που θα δημιουργούν πρώτα μια πραγματική αλληλεγγύη». Επίσης, συνέδεσε από την αρχή τον οικονομικό εξορθολογισμό με πολιτικό στόχο τη σταδιακή οικοδόμηση μιας ευρωπαϊκής ομοσπονδίας ως εγγύηση ειρήνης.
Η δημιουργία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ) υπήρξε το πρώτο απτό αποτέλεσμα αυτού του σχεδίου, η πρώτη «Κοινότητα» που έθεσε τη βάση για τις μετέπειτα ευρωπαϊκές συνθήκες.
Από το 1985, οι ευρωπαίοι ηγέτες αποφάσισαν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Μιλάνου να κάνουν τη 9η Μαΐου επίσημη «Ημέρα της Ευρώπης», αναγνωρίζοντας έτσι συμβολικά εκείνη τη στιγμή ως «ημερομηνία γέννησης» της τότε ΕΟΚ και σήμερα Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τα επιτεύγματα μιας μακράς διαδρομής
Από τους έξι ιδρυτικούς εταίρους της δεκαετίας του 1950 (Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Βέλγιο και Ολλανδία) η ευρωπαϊκή οικογένεια έφτασε σήμερα τα 27 κράτη μέλη, μέσα από αλλεπάλληλα «κύματα» διεύρυνσης που ευθυγράμμισαν το μέλλον χωρών του Βορρά, του Νότου, των ουδέτερων παραδοσιακά κρατών και, μετά το 2004, των νεοσύστατων δημοκρατιών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Το «μεγάλο άλμα» του 2004, με δέκα νέα κράτη, θεωρείται το αποφασιστικό βήμα επανένωσης μιας ηπείρου που είχε κοπεί στα δύο από το «σιδηρούν παραπέτασμα», δίνοντας στο ευρωπαϊκό σχέδιο ξεκάθαρη διάσταση ιστορικής συμφιλίωσης.

Η διαδικασία αυτή δεν ήταν η μηχανική επέκταση μιας οργανικής οντότητας, καθώς απαιτούσε την τήρηση των κριτηρίων της Κοπεγχάγης για δημοκρατία, κράτος δικαίου, οικονομία της αγοράς και ανάληψη του κοινοτικού κεκτημένου, θεμελιώνοντας έτσι την ένταξη πάνω σε κοινές αξίες.
Στο εσωτερικό της, η Ευρωπαϊκή Ένωση πέτυχε τη δημιουργία μιας ενιαίας αγοράς που επιτρέπει την ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων, αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίων, μετατρέποντας τα εθνικά σύνορα από γραμμές διαχωρισμού σε διακριτικές διοικητικές ζώνες.
Η θέσπιση του ενιαίου νομίσματος σε 21 χώρες πλέον δημιούργησε τον δεύτερο μεγαλύτερο νομισματικό χώρο στον κόσμο, διευκολύνοντας το εμπόριο, τις επενδύσεις και τις καθημερινές συναλλαγές εκατοντάδων εκατομμυρίων πολιτών.

Παρά τις κρίσεις, η Ένωση λειτούργησε ως ασπίδα σε διαδοχικές καταιγίδες (χρηματοπιστωτική κρίση, πανδημία, ενεργειακή αναταραχή) κινητοποιώντας άνευ προηγουμένου κοινά εργαλεία, από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας μέχρι το Ταμείο Ανάκαμψης.
Σε επίπεδο ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η Ευρωπαϊκή Ένωση εδραίωσε ένα από τα πιο προχωρημένα νομικά πλέγματα προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, των θεμελιωδών ελευθεριών και των κοινωνικών δικαιωμάτων, μέσω του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και των μηχανισμών επιτήρησης του κράτους δικαίου.
Οι πολιτικές συνοχής και τα ευρωπαϊκά διαρθρωτικά ταμεία βοήθησαν να μειωθούν ανισότητες μεταξύ περιφερειών, χρηματοδοτώντας υποδομές, καινοτομία, εκπαίδευση και πράσινη μετάβαση από τον Ατλαντικό μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα. Ταυτόχρονα, η Ευρώπη εξελίχθηκε σε παγκόσμιο νομοθέτη για θέματα από την προστασία δεδομένων μέχρι την κλιματική πολιτική, με την «Πράσινη Συμφωνία» να στοχεύει σε κλιματική ουδετερότητα μέχρι το 2050 και να επηρεάζει τις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας.
Οι προκλήσεις μιας νέας καμπής
Ωστόσο, σήμερα, η ενωμένη Ευρώπη βρίσκεται σε μια νέα καμπή, που θυμίζει τα θεμελιώδη ερωτήματα της εποχής Σουμάν. Στα ανατολικά της σύνορα, ένας πόλεμος φθοράς, στην Ουκρανία, δοκιμάζει την ευρωπαϊκή ασφάλεια, αναγκάζοντας την Ευρωπαϊκή Ένωση να ξανασκεφθεί τη σχέση της με την άμυνα, την ενεργειακή εξάρτηση και την ίδια την έννοια της διεύρυνσης.
Η προοπτική ένταξης της Ουκρανίας, των Δυτικών Βαλκανίων και άλλων υποψήφιων χωρών αποκαλύπτει τα όρια του σημερινού μοντέλου διεύρυνσης, το οποίο πολλοί θεωρούν πλέον «ανεπαρκές» για να ανταποκριθεί στην πιεστική γεωπολιτική πραγματικότητα.
Το ερώτημα τώρα δεν είναι αν η Ευρώπη θα μεγαλώσει, αλλά με ποιους θεσμικούς κανόνες θα διευρυνθεί, με ποιους ελέγχους ως προς το κράτος δικαίου και με ποιους δημοσιονομικούς πόρους, ώστε να μη χαθεί το βάθος της ολοκλήρωσης μέσα στη διάσταση του εύρους της. Οι γνώστες παρατηρούν την εξαφάνιση της δομικής έννοιας «εμβάθυνση» από τη σύγχρονη ρητορική.
Παράλληλα, η εσωτερική συνοχή δοκιμάζεται από την εμφάνιση αυταρχικών πειρασμών, διαβρώσεις του κράτους δικαίου, επίμονες ανισότητες αλλά και μια διάχυτη κόπωση των πολιτών απέναντι σε αυτό που μοιάζει συχνά με απρόσωπη, απρόσιτη γραφειοκρατία.
Η πράσινη και ψηφιακή μετάβαση, αν και απαραίτητες, ενέχουν κινδύνους κοινωνικού κατακερματισμού αν δεν συνοδευτούν από δίκαιη κατανομή κόστους και οφελών, από ουσιαστικό κοινωνικό διάλογο και επενδύσεις σε δεξιότητες. Η πρόκληση δεν είναι μόνο να γράφονται προοδευτικές νομοθεσίες στις Βρυξέλλες, αλλά και να μεταφράζονται σε χειροπιαστή βελτίωση της ζωής στην επαρχία της Πορτογαλίας, στη βιομηχανική ζώνη της Πολωνίας ή στις γειτονιές των ελληνικών πόλεων.
Ας μην παραβλέπουμε και πως η σχέση των ευρωπαϊκών θεσμών με τους ίδιους τους πολίτες παραμένει αμφίσημη.
Το χθεσινό Ευροβαρόμετρο (τ. 105/2026) είναι αποκαλυπτικό, με τους Έλληνες στην τελευταία θέση ως προς την εμπιστοσύνη τους έναντι των ευρωπαϊκών και εγχώριων θεσμών.
Επιβεβαιώνεται ως διαχρονικής αξίας πλέον η ρήση του παλιού δημοσιογράφου και ευρωβουλευτή της ΝΔ, Τάκη Λαμπρία, πως “οι Έλληνες μπήκαν στην Ευρώπη με μισή καρδιά και το χέρι – διαρκώς – απλωμένο”.
Παρά τη θεσμική ενίσχυση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και τις νέες διαδικασίες διαβούλευσης, η αίσθηση και η ουσία του «δημοκρατικού ελλείμματος» δεν έχει εξαφανιστεί, ιδίως σε μια εποχή όπου τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εντείνουν την καχυποψία και τις απλουστεύσεις.

Στο μέλλον, η ενωμένη Ευρώπη θα κριθεί όχι μόνο από το αν θα καταφέρει να αναμορφώσει τον μηχανισμό διεύρυνσης ή να εμβαθύνει την Οικονομική και Νομισματική Ένωση, αλλά και από το αν θα πείσει τις νεότερες γενιές ότι δεν είναι απλώς ένας χώρος ελεύθερης κυκλοφορίας και κοινών προγραμμάτων δράσης, όπως το Erasmus ή το SAFE, αλλά μια κοινότητα πεπρωμένου.
Η αρχική φιλοδοξία του Σουμάν (σ.σ. «τα επιτεύγματα να δημιουργήσουν μια αλληλεγγύη γεγονότων») παραμένει το πιο επίκαιρο κριτήριο αξιολόγησης του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.
Όσο δύσκολο κι αν είναι … η αξία σεβασμού, αναγνώρισης και ισχυροποίησης της ΕΕ γίνεται πιο σημαίνουσα αν κάθε φορά που την αμφισβητούμε αντιπαραθέτουμε την απλοϊκή αμφιβολία με το ερώτημα “αν θα ήταν καλύτερα να μην υπήρχε έστω και αυτή η ατελής Ένωση”. Με το χέρι στην καρδιά κανείς δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί κάτι τέτοιο.
Έτσι, το μόνο αποδεκτό «όχι στην Ευρώπη» θα μπορούσε να είναι το «όχι σε μια Ευρώπη που δεν μας αξίζει». Δηλαδή, «ναι στην Ευρώπη» που φτιάχνουμε όλοι μαζί καθημερινά, εδώ και 76 χρόνια.-
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος