Στο πλαίσιο του Φεστιβάλ «Κύματα», στην Κεφαλονιά, έγινε η πρώτη ακρόαση του νέου τραγουδιού του Λεξ. Περιορισμοί δεν μας επιτρέπουν να παραθέσουμε απόσπασμα του τραγουδιού, μπορούμε όμως να περιγράψουμε το πρώτο άκουσμα/ξάφνιασμα μας.
Ο Λεξ αργότερα, όπως θα διαβάσετε και στο προηγούμενο κείμενο μας [https://www.ertnews.gr/eidiseis/festival-kymata-eidame-to-making-of-tis-spasmenis-flevas-parousia-ton-synteleston/], δέχτηκε την πρόκληση να δημιουργήσει ένα τραγούδι που θα εξυπηρετούσε τη σύντομη και ποιητική αφήγηση της ιστορίας από το βλέμμα του πρωταγωνιστή.
Ο ήρωας του τραγουδιού μιλάει μέσα από μια αδιέξοδη ζωή, εγκλωβισμένος σε χρέη, βία και ψέματα. Από την αρχή νιώθει πως πνίγεται στα λάθη και τα πάθη, ενώ κουβαλά την αίσθηση ότι πρέπει να πάρει πάνω του τα βάρη της ιστορίας. Ο ίδιος ξέρει πως μπλέκει συνεχώς σε κύκλους παρανομίας και απελπισίας: «Ξέρεις ποιανού είναι τα λεφτά που έχω πάνω μου για να πληρώσω αυτούς τους μαλάκες;» θα πει. Στην προσπάθεια να σταθεί, ζητά βοήθεια, έστω και με αγωνία: «Θέλω βοήθεια, θέλω να με βοηθήσεις. Κάνε μου τη χάρη». Όμως μέσα του ξέρει πως η μοίρα είναι σκληρή και ο κόσμος γύρω του δεν συγχωρεί.
Ο πατέρας τον έχει στιγματίσει: «Ο πατέρας μου με έχει κάνει να νιώθω ο μεγαλύτερος μαλάκας… ξυπνάω το πρωί, κοιτάζομαι στον καθρέφτη και λέω καλημέρα μαλάκα». Αυτή η ντροπή τον καταδιώκει, ενώ παράλληλα βλέπει να χάνει το σπίτι, την οικογένεια, τα πάντα: «Χάνουν το σπίτι τους, το καταλαβαίνεις;», κι από δίπλα η πικρή διαπίστωση πως όλα είναι ψέμα. Η φθορά δεν είναι μόνο οικονομική, είναι και ψυχική· το αίσθημα πως η ζωή του δεν έχει πια προορισμό: «…κάθε μέρα το ίδιο πράγμα, χεσμένη ζωή». Η οργή του ξεσπάει βίαια, αλλά και ειρωνικά.
Ο αφηγητής ξεκινάει από τον κόσμο της παρακμής, εκεί που «τ’ όνειρο πεθαίνει» και οι άνθρωποι «ζουν οι κυνηγημένοι». Μιλάει για ανθρώπους «σκυφτούς, δεμένους, κλέφτες κι εξαρτημένους», που κουβαλούν στο μέτωπο «πάντα μια φλέβα σπασμένη». Η δική του φωνή μπλέκεται με παράκληση και παραδοχή: «Είμαι ο χειρότερος άνθρωπος της γης… Αν μπορείς, αγάπησέ με λίγο», χτίζοντας έναν ήρωα που αναγνωρίζει το βάρος των πράξεων του, αλλά ταυτόχρονα ζητάει μια έσχατη σωτηρία μέσα από την αγάπη.
Ο κόσμος του εγκλήματος και της διαφθοράς δεν είναι μακριά, ούτε και η αποξένωσή του από το ίδιο του το σπίτι: «Δεν με αγγίζουν της κόρης μου τα κλάματα. Δεν πάω σπίτι, έχω δουλειά ως τα χαράματα». Περιγράφει έναν νυχτερινό κόσμο με «βαμπίρ και φαντάσματα» και ανθρώπους που έχει αλλάξει η κοινωνική τους θέσεις και το αντίστοιχο στάτους τους. Η αλήθεια του όμως πάλλεται από αγάπη για τα πραγματικά δώρα της ζωής: «Μα αν κάτι αγαπάω είναι τα παιδιά μου. Δεν με ένοιαξε ποτέ να το αποδείξω».
Η κορύφωση έρχεται με την πτώση. Ο ίδιος ομολογεί: «Δεν θυμάμαι πότε άρχισαν όλα γύρω να σπάνε. Πότε άρχισαν οι νεκροί στο πλάι να περπατάνε». Από εκεί και πέρα η μοίρα είναι δεδομένη: οι «κυνηγημένοι» ζουν με «μια τσάντα κρυμμένη» και στο μέτωπο έχουν «μια φλέβα σπασμένη», ως ομολογία και κατάθεση μιας χαμένης ζωής, με σπασμένα όνειρα και ραγισμένες φλέβες.
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος